Κυριακή 14 Ιουνίου 2009

Άνθρωπος, ο τραγικός


Ο άνθρωπος είναι ον τραγικό. Έχει επίγνωση της ύπαρξής του, μα και της θνητότητας του: ανά πάσα στιγμή η φυσική του ύπαρξη μπορεί να ακυρωθεί και αργά ή γρήγορα αυτό θα συμβεί. Είναι μία από τις μεγαλύτερες βεβαιότητες.

Δύσκολα το χωράει ο νους. Είσαι σε ένα μέρος που σφύζει από ζωή, γύρω σου χιλιάδες άνθρωποι κυκλοφορούν, δημιουργούν, σχετίζονται, ζουν, και οι πιθανότητες λένε ότι την επόμενη ώρα κάποιοι εκ των χιλιάδων θα έχουν πάψει να υπάρχουν και τίποτα δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να είσαι ένας από αυτούς. Πραγματικά αδιανόητο.

Τα καθημερινά μας έργα ουδόλως απηχούν αυτήν την τραγική πραγματικότητα. Κάνουμε σχέδια και τα υλοποιούμε, με ορίζοντα, θαρρείς, την αιωνιότητα. Ειδικά στις πόλεις το κακό είναι πλήρως ξορκισμένο, αφού εκεί οι κύκλοι ζωής και θανάτου της χλωρίδας και της πανίδας είναι περίπου αθέατοι, ενώ η δύναμη της μηχανής δίνει μια ψευδαίσθηση επικυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση, άρα και πάνω στους κύκλους της, άρα ψευδαίσθηση αθανασίας. Και αν όχι ψευδαίσθηση αθανασίας, τουλάχιστον, όμως, ψευδαίσθηση ελέγχου. Οι περισσότεροι υποθέτουμε ότι θα έχουμε κάποιο είδος ελέγχου πάνω στο μέλλον μας. Για παράδειγμα, ποιος, όταν σκέφτεται το μέλλον, βλέπει τον εαυτό του στα γεράματα ανήμπορο και μόνο σε ένα σκοτεινό δωμάτιο; Ελάχιστοι; Κανείς; Κι όμως δεν είναι λίγοι όσοι τελειώνουν τη ζωή τους ανήμποροι και μόνοι σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Τραγικό; Αληθινό πάντως.

Είτε σε σκοτεινό δωμάτιο είτε σε φωτεινό, το σίγουρο είναι ότι κανένας δεν διαφεύγει τον θάνατο.

Υπάρχουν δύο τρόποι να αντιμετωπίσει κάποιος αυτή τη νομοτέλεια. Ο ένας είναι να τη θυμάται και ο άλλος είναι να την ξεχάσει.

Η λήθη οδηγεί στην ανεπίγνωστη ύπαρξη και τελικά στην α-νοησία. Η αναζήτηση νοήματος της ύπαρξης είναι ένα πρόβλημα ορίων της ύπαρξης και ίσως το πιο σημαντικό των ορίων είναι ο θάνατος. Συνεπώς, λήθη θανάτου σημαίνει παραίτηση από την αναζήτηση νοήματος.

Από την άλλη μεριά, η συνεχής μνήμη θανάτου μπορεί να γίνει επώδυνη. Η αναμέτρηση με τη διαρκή και ανεξάλειπτη απειλή της ατομικής ύπαρξης (του εγώ), μπορεί να προκαλέσει έντονο άγχος, βαριά κατάθλιψη. Ναι, αν μνήμη θανάτου μετουσιωθεί σε παθολογική εσωστρέφεια.

Αλλά η μνήμη θανάτου μπορεί να μετουσιωθεί σε γόνιμη εξωστρέφεια. Μπορεί να γίνει μια απεγνωσμένη κραυγή έκφρασης του άρρητου, μπορεί να γίνει μια πρόσκληση σε κοινό βίωμα, μοίρασμα, της υπαρκτικής αγωνίας, της άγνοιας, της αδυναμίας. Δηλαδή μια πρόσκληση σε σχέση.

Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το νόημα της θνητής ύπαρξης.

Ρομπέν


ΥΓ: Έρχεται στο μυαλό μου ο
Καζαντζάκης. Κάπου είχε γράψει ότι πίσω από κάθε πρόσωπο έβλεπε το κρανίο. Ο Καζαντζάκης είχε μνήμη θανάτου. Και όλο του το έργο είναι μια κραυγή.


Κυριακή 7 Ιουνίου 2009

Η χειραγώγηση των μαζών


Το κλασικό μοντέλο χειραγώγησης των μαζών, όπως εφαρμόστηκε επί πολλούς αιώνες, έχει ως βάση τον σκοταδισμό της εξαθλιωμένης ύπαρξης: είτε μιλάμε για σκλάβους και ακτήμονες στην προ-βιομηχανική εποχή είτε για ένα λούμπεν* προλεταριάτο στη βιομηχανική, το μοντέλο προβλέπει την άσκηση ελέγχου από μια πεφωτισμένη ολιγαρχία πάνω σ’ έναν αφώτιστο, πρωτόγονο όχλο.


Όταν οι κοινωνίες αστικοποιήθηκαν και η τεχνολογία επέτρεψε τη διάδοση της γνώσης, γεννήθηκε η επίγνωση και η αυτεπίγνωση στον νου ενός σημαντικού αριθμού ατόμων-πολιτών. Γεννήθηκε το δικαίωμα και η διεκδίκηση. Ουσιαστικά αναγεννήθηκε η δημοκρατία. Η χειραγώγηση βρήκε ύφαλο εκεί, αλλά δεν κώλωσε.


Το πιο σύγχρονο μοντέλο χειραγώγησης, όπως εφαρμόζεται κατά κόρον στη μεταβιομηχανική εποχή και κατ’ εξοχήν στη χώρα μας, έχει ως βάση τη συνενοχή: αυτούς που ξύπνησαν πια και διεκδικούν τους βάζεις στο κόλπο, με αποτέλεσμα να τους ευνουχίζεις ηθικά. Η συνενοχή ως ευνουχισμός αφαιρεί το δικαίωμα διαμαρτυρίας (πώς και σε ποιον να διαμαρτυρηθείς, όταν είσαι μέτοχος στη φαυλότητα;) και τη διάθεση αντίδρασης ή επανάστασης (που θα σήμαινε κίνδυνο απώλειας των κεκτημένων). Οι σποραδικές «αντιδράσεις» που σημειώνονται δεν είναι παρά κεκαλυμμένες αντιδικίες για το μοίρασμα της πίτας.


Παράλληλα επιχειρείται επιστροφή στον σκοταδισμό ή, να το πούμε αλλιώς, η ανάπτυξη ενός νεο-σκοταδισμού, δηλαδή του σκοταδισμού όχι πια της εξαθλιωμένης βιοτικά και μορφωτικά ύπαρξης, αλλά της αστικοποιημένης, κλιματιζόμενης και – θεωρητικά – μορφωμένης ύπαρξης. Ο νεο-σκοταδισμός επιτυγχάνεται με την απονέκρωση του λειτουργικού ρόλου της παιδείας (που είναι η ανάπτυξη κριτικής σκέψης), με την τηλεοπτική αποβλάκωση και με την ανοχή έως και πριμοδότηση κάθε είδους πλάνης (από αστρολογία και φενγκ-σουί μέχρι κούφια γη, αστρικές πύλες, 2012, κτίσματα στον Άρη, αστρικές προβολές, γαλαξιακούς προγόνους και διαστημικά παπάρια).


Εκτός από τον νεο-σκοταδισμό επιχειρείται και η νεο-εξαθλίωση: σαν ρετουσαρισμένος λούμπεν προλετάριος, ο σύγχρονος εργαζόμενος δουλεύει περισσότερο από όσο μπορεί ένας σκεπτόμενος κι ενεργός πολίτης, κερδίζει λιγότερα από όσα απαιτεί μια αξιοπρεπής διαβίωση και χρωστάει περισσότερα από όσα έχει περιθώριο να χρωστάει ένας ελεύθερος άνθρωπος. Η σούμα: μη σκεπτόμενος, μη ενεργός, μη αξιοπρεπής και ανελεύθερος. Δηλαδή εξαθλιωμένος.


Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ή με όλους μαζί, η χειραγώγηση διατηρείται και ενίοτε επιτείνεται.


Υπό τέτοιο καθεστώς ψηφίζουμε σήμερα. Έχει κανένα νόημα;


Προσωπική αίσθηση: οι ιδεολογίες έχουν πεθάνει και τα (μεγάλα τουλάχιστον) κόμματα έχουν πια αποκαλυφθεί ως κλίκες ιδιοτελών επιδιώξεων. Μένουν μόνο κάποια πρόσωπα, διάσπαρτα στο φάσμα του πολιτικού χώρου, τα οποία μοιάζουν να διασώζουν κάποια ποιότητα και εντιμότητα. Αδιάψευστο ερώτημα-κριτήριο, ανατομική λεπίδα για κάθε υποψήφιο: έρχεται για να δώσει ή για να πάρει;


Υπάρχουν στα σημερινά ψηφοδέλτια υποψήφιοι που έρχονται για να δώσουν;


Νομίζω πως ναι.

Ρομπέν



*λούμπεν [lúben] E (άκλ.): ~ προλεταριάτο, το πιο εξαθλιωμένο τμήμα της εργατικής τάξης, κατά τη μαρξιστική θεωρία, που δεν έχει ταξική συνείδηση. || (επέκτ.) για κάθε κοινωνικά εξαθλιωμένο στοιχείο: Στην περιοχή συχνάζουν ~ στοιχεία. || (ως ουσ.). [λόγ. < γερμ. Lumpen (proletariat) "κουρελοπρολεταριάτο"]

(από το λεξικό Τριανταφυλλίδη)



Κυριακή 31 Μαΐου 2009

Το αίνιγμα του κουνουπιού


Πολλές καλοκαιρινές νύχτες αγρύπνιας έχω αναρωτηθεί γιατί υπάρχουν τα κουνούπια, πέρα από το για να με κρατάνε άγρυπνο.

Δε φτάνει η κούραση της ημέρας και μιας ζωής. Δε φτάνουν οι ατέλειωτες καθημερινές αντιξοότητες. Δε φτάνει η παγκόσμια υπερθέρμανση. Δε φτάνει η οικονομική κρίση. Δε φτάνει η φθορά. Δε φτάνει η απώλεια. Δε φτάνει ο θάνατος.

Πρέπει να υπάρχουν και τα κουνούπια. Για να ταλαιπωρείσαι και τη νύχτα. Να μην μπορείς ούτε λεπτό να ξαποστάσεις. Ούτε στάλα. Κανένα έλεος. Και την επόμενη μέρα το σύστημα δεν πρόκειται να απαιτήσει λιγότερα από σένα, επειδή θα σε συμπονέσει που έχεις ξαγρυπνήσει. Κανένα έλεος.

Ίσως να μοιάζει παιδαριώδες ζήτημα το μαρτύριο των κουνουπιών. Τώρα που το διαβάζεις, ίσως. Όταν κατάκοπος θα το ξαγρυπνάς, μάλλον όχι. Ούτως ή άλλως, το μαρτύριο των κουνουπιών είναι απλά το κερασάκι στην τούρτα, μία ελάσσων πλην ενδεικτική έκφανση ενός γενικότερου μοτίβου που χαρακτηρίζει τον βίο: του Ανελέητου Σφυροκοπήματος.

Το Ανελέητο Σφυροκόπημα ως μοτίβο του βίου το συνάντησα με έκπληξη και ενδιαφέρον σε κάποιες ταινίες του Μελ Γκίμπσον. Σε υπέρτατο βαθμό στο “Apocalypto”, σε μεγάλο βαθμό στο “The Passion of the Christ” και σε κάπως μικρότερο στο “Braveheart”.

Πάντα αναρωτιόμουν: γιατί; Αυτό το γιατί δεν σπινάριζε μετέωρο στον αέρα, σαν νηπιακή απορία, αλλά περιστρεφόταν συμπλεκόμενο σε σχέση μετάδοσης με τον μεταφυσικό άξονα. Τουτέστιν, μεθερμηνευόμενο, αυτό το γιατί τάραζε με βίαιες ροπές τη γαλήνη της εμπιστοσύνης μου στην πρόνοια του Θεού. Ένας πανάγαθος Πατέρας που μεριμνά για το παιδί του δεν αναμένεται να κάνει το παν για να μην το παιδί βασανίζεται; Κι αν όχι το παν, τουλάχιστον μια γενοκτονία κουνουπιών δεν προβλέπεται;

Διαβάζω αυτές τις μέρες το «Αίνιγμα του Κακού» του Χρήστου Γιανναρά. Για πρώτη φορά ίσως να πλησιάζω σε μια απάντηση στο αίνιγμα του κουνουπιού.

Γράφει ο Γιανναράς:

«Επομένως, στην περίπτωση του ανθρώπου, που δεν είναι ο ίδιος αιτία της ύπαρξής του, η δυνατότητα να υπάρξει με τον τρόπο της Αυτοαιτίας (εννοεί του τριαδικού Θεού), τρόπο της υπαρκτικής ελευθερίας, τρόπο του αγαθού, προϋποθέτει τους προκαθορισμούς-αναγκαιότητες της φύσης του, προϋποθέτει δηλαδή το κακό, αφού η υπέρβαση των προκαθορισμών-αναγκαιοτήτων συνιστά την ενδεχόμενη ελευθερία του.»

Και αλλού:

«Είναι τρόπος της ύπαρξης το κακό, ο τρόπος συνολικά της κτιστότητας…»

Το κακό είναι ο τρόπος της κτιστότητας. Το μένος μιας φυσικής καταστροφής δεν κάνει διακρίσεις, ενσκήπτει επί δικαίων και αδίκων. Κανένα έλεος. Κάθε έμβιο στη φύση ενεργεί ιδιοτελώς – το δυνατό ζώο κατασπαράζει το αδύναμο, για να τραφεί. Κανένα έλεος. Το μοναδικό επί Γης έλλογο είδος, ο άνθρωπος εξολοθρεύει συστηματικά κάθε άλλο είδος, το ίδιο του το είδος και ολόκληρο το οικοσύστημα που φιλοξενεί τα είδη. Κανένα έλεος. Μα και το ελάχιστο κουνούπι ρουφάει το αίμα του βασιλιά των ειδών, για να τραφεί κι αυτό ιδιοτελώς, αδιάφορο για το κόστος της αγρύπνιας που προκαλεί, αδιάφορο για κάθε έννοια ιεραρχίας, δικαίου φυσικού ή μεταφυσικού. Κανένα έλεος.

Αλλά, αν το κακό, η τέλεια ιδιοτέλεια, είναι προϋπόθεση της ελευθερίας του ανθρώπου, τότε ίσως, ίσως λέω, το Ανελέητο Σφυροκόπημα να αποτελεί ευλογία: εμφαίνοντας με κρυστάλλινη διαύγεια την ιδιοτέλεια, το κακό, τον τρόπο του κτιστού, δεν αφήνει περιθώρια να συμπαθήσουμε αυτόν τον τρόπο, να ξεγελαστούμε, να επαναπαυτούμε σ’ αυτόν. Μας δείχνει σαφώς τον δρόμο προς τη μία και μοναδική διέξοδο: τον τρόπο του Ακτίστου, τον τρόπο του αγαθού, τον τρόπο της ελευθερίας.

Ρομπέν

Κυριακή 24 Μαΐου 2009

Τραγική ανεπάρκεια του δικαιώματος


Όλοι οι άνθρωποι έχουν ανάγκες. Δεν τις ικανοποιούν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Προφανώς, δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος.


Ένας από τους τρόπους είναι ο ατομικός: το άτομο, στηριζόμενο σε ίδιους πόρους, κάνει ό,τι χρειάζεται για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του.


Ένας άλλος είναι ο συλλογικός: το πρόσωπο συνεισφέρει και συναποκομίζει.


Ο πρώτος τρόπος είναι πηγάδι άπατο. Όσο και αν προσπαθεί το άτομο να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, εκείνες παραμένουν ανικανοποίητες. Όσο το άτομο λυσσάει να τις σβήσει, τόσο εκείνες θεριεύουν. Δεν έχει διέξοδο αυτός ο τρόπος, δεν έχει τέλος. Το άτομο πεθαίνει ανικανοποίητο.


Ο δεύτερος τρόπος είναι κάπως μαγικός. Με τα λίγα, με τα απλά, το πρόσωπο που κοινωνεί και μοιράζεται, που δίνει και παίρνει, περιέργως γεμίζει, πληρώνεται.


Με πυρήνα αυτή τη σοφία ήταν δομημένη η κοινωνική μηχανή, προτού γίνουν όλα ένα κουβάρι αξεμπέρδευτο. Υπήρχαν ρόλοι και σχέσεις διακονίας. Ο γονιός φρόντιζε το παιδί και πολλά χρόνια αργότερα το ώριμο παιδί φρόντιζε τον γέροντα γονιό. Ο σύζυγος παρήγε και η σύζυγος διαχειριζόταν. Ο θέρος ήταν πόλεμος, όλοι οι χωριανοί στο χωράφι του ενός σήμερα και στου επόμενου αύριο.


Δε σημαίνει ότι δεν γίνεται κι αλλιώς. Γίνεται. Το αποδείξαμε: σήμερα το κάνουμε αλλιώς. Με τον τρόπο του ατόμου. Τα γεωργικά μηχανήματα αντικατέστησαν τον στρατό των χωριανών στον θέρο. Οι σύζυγοι παράγουν εξίσου και διαχειρίζονται εξίσου. Τελευταίο οχυρό, μισογκρεμισμένο, η σχέση γονιού-παιδιού. Λιγότερος και χαμηλότερης ποιότητας ο χρόνος που επενδύεται στη σχέση. Κατά συνέπεια και κατ’ αναλογία λιγότερα και τα παιδιά που φροντίζουν με αυτοθυσία τον γέροντα γονιό.


Ναι, αποδείξαμε ότι γίνεται κι έτσι. Μα κάτι έχει χαθεί στη μετάβαση από τον έναν τρόπο στον άλλον. Χάθηκε ο πάτος του πηγαδιού. Το πέρασμα στον ατομικό τρόπο απείρισε τη χωρητικότητα των αναγκών και μηδένισε την πιθανότητα να ικανοποιηθούν. Χάθηκαν η ηρεμία και η σιγουριά. Θρονιάστηκαν το άγχος και ο φόβος. Χάθηκε η αυτονόητη αλήθεια του βίου και δεσπόζει ο νόμος – ως ανικανοποίητο, κι αυτός, αίτημα.


Στρατιές άσχετων, αστόχαστων παπαρολόγων θεοποιούν τα ατομικά δικαιώματα, τις ισότητες, τις κοινωνικές δικαιοσύνες. Προφανώς, σε μια ακοινώνητη κοινωνία ατόμων, μόνο έτσι νοείται η επιβίωση.


Εγείρεται το ερώτημα: πώς και γιατί περάσαμε από την κοινωνία κοινωνούντων προσώπων (που αν και ατελής ως πράξη είναι τέλεια ως ιδανικό) στην ακοινώνητη κοινωνία ατόμων (που πάσχει οδυνηρά και ως πράξη και ως ιδανικό);


Απόπειρα απάντησης: Η υπεροχή της κοινωνίας κοινωνούντων προσώπων δεν είναι προφανής, γιατί το μοντέλο κολλάει στην εφαρμογή: συχνά οι σχέσεις εκφυλίζονται, παρεισφρέει η ιδιοτέλεια. Ο σύζυγος εκμεταλλεύεται τη σύζυγο, το παιδί τον γονιό, ο άνθρωπος τον συνάνθρωπο. ΗΗΗη


Βέβαια, η συνετή αντίδραση στον εκφυλισμό θα ήταν η καταπολέμησή του μέσα στον ίδιο στίβο, στο πλαίσιο του ίδιου τρόπου.


Αντί γι’ αυτό, όμως, η κρατούσα σήμερα αυτοκαταστροφική παράνοια καταδεικνύει τον εκφυλισμό του τρόπου, πατάει στον εκφυλισμό του τρόπου, για να προτείνει αλλαγή τρόπου: ελάτε να φύγουμε, καλεί, από τον συλλογικό στίβο και να πάμε στον ατομικό στίβο· εκεί υπάρχει ισότητα, δικαιοσύνη, κατασφάλιση.


Η πρόταση βρήκε έδαφος. Ο τρόπος άλλαξε. Και η παράνοια δεν σταματάει λεπτό να νομοθετεί και να ελέγχει, ώστε να προασπίσει το δικαίωμα.


Μα η αλήθεια είναι ότι κανένας νόμος δεν μπορεί να προασπίσει το δικαίωμα. Αποδεικνύεται κάθε μέρα, κάθε ώρα, σε κάθε κοινωνία.


Ο μόνος τρόπος προάσπισης του δικαιώματος είναι η συλλογική παραίτηση από το δικαίωμα.


Αλλά αυτό είναι ένα ιλιγγιώδες άλμα. Με τα σημερινά δεδομένα φαντάζει αδύνατο.


Ρομπέν