.
«Γιατί είναι τόσο απαραίτητο να διατηρούμε την ψευδαίσθηση ενός λειτουργικού συστήματος και μιας προκομμένης νεολαίας, όταν ο καθένας που σκέφτεται καθαρά θα διαπιστώσει ότι η νεολαία είναι μόνο καταναλωτική;»
Αυτό το ερώτημα θέτει η Natacha Polony στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο της «Τα χαμένα παιδιά μας» (Εκδόσεις Πόλις, μετάφραση Ξένιας Σκούρα).
Οι νέοι τούτο και οι νέοι το άλλο. Οι νέοι ανησυχούν. Οι νέοι επαναστατούν. Οι νέοι έχουν δίκιο. Πάντα. Ό,τι κι αν κάνουν. Ακόμα κι όταν καταστρέφουν. Δεν φταίνε αυτοί. Οι παλιότεροι τους πιέζουν. Μεγάλα προβλήματα τους κληροδότησαν. Οι νέοι απλά ξεσπάνε. Φυσιολογικό.
Μιλάμε για τους νέους, λες και κρατούν στα χέρια τους τις λύσεις για όλα τα προβλήματα. Λες και είναι ιερά πρόσωπα, γκουρού, Δαλάι Λάμα. Βέβαια, ισχύει ότι το μέλλον τους ανήκει, αυτό είναι μια τετριμμένη νομοτέλεια, όμως δεν αναρωτιόμαστε το σόι μέλλον θα είναι αυτό που θα διαμορφώσουν. Είναι έτοιμοι και επαρκώς εξοπλισμένοι για μια τέτοια αποστολή;
Κατ’ αρχάς, ας ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα. Όσοι παραχαϊδεύουν και κανακεύουν τους νέους είτε δεν ξέρουν τι κάνουν είτε ξέρουν πολύ καλά πώς να προωθήσουν μια ύποπτη ατζέντα. Δηλαδή, είτε είναι αφελείς νοσταλγοί του ροκ εν ρολ είτε ψυχολογικά αγκυλωμένοι σε μια μεσσιανικού τύπου θεώρηση των νέων (οι νέοι θα μας σώσουν) είτε ψηφοθηρούν είτε έχουν ταχθεί στην υπηρεσία της αποδόμησης. Το μελόδραμα μιας νεολαίας επαναστατημένης ενάντια σε ανελέητες δυνάμεις σύνθλιψης είναι ένας εύκολος λαϊκισμός που απευθύνεται στο συναίσθημα και παρακάμπτει την κριτική εξέταση των γεγονότων.
Γεγονός είναι ότι οι νέοι σήμερα αντιμετωπίζουν προβλήματα τα οποία στον μεγαλύτερο βαθμό άλλοι, προγενέστεροι, δημιούργησαν. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι καινούριο. Γεγονός είναι, επίσης, ότι όλες οι γενιές νέων αντιμετώπισαν προβλήματα. Συχνά πιο σοβαρά από τα σημερινά. Οι νέοι της δεκαετίας του 1940 έζησαν τη ναζιστική κατοχή, πείνασαν, θρήνησαν αγαπημένα πρόσωπα, έπαιξαν κρυφτό με τον θάνατο. Στο καπάκι, ήρθε κι ένας εμφύλιος, για να αποτελειώσει τη νιότη τους. Μήπως πέρασαν εύκολα και κουλ οι νέοι της επταετίας; Δεδομένων των αναλογιών, οι νέοι εκείνων των εποχών θα έπρεπε, για να εκτονωθούν μετά την μπόρα, να κατακάψουν το σύμπαν. Να μη μείνει τίποτα όρθιο. Να κυκλοφορούν πάνοπλοι και να σπέρνουν φωτιά και μολύβι. Τίποτα απ’ όλα αυτά. Μάζεψαν τις στάχτες της νιότης τους και προχώρησαν, δούλεψαν σαν γαϊδούρια και κάτι δημιούργησαν. Λάθη; Έκαναν πολλά και μεγάλα. Τα πληρώνουμε όλοι σήμερα. Μα δεν μπορεί κανείς αβασάνιστα να τους κατηγορήσει ότι δεν δούλεψαν, δεν έκαναν θυσίες, δεν οραματίστηκαν, δεν νοιάστηκαν.
Συνεπώς, ας αφήσουμε πια κατά μέρος τον μύθο των καταπιεσμένων νέων. Των στριμωγμένων στη γωνία. Ας πούμε κάποια στιγμή την αλήθεια. Οι νέοι σήμερα είναι απλά κακομαθημένοι. Οι νέοι είναι μαλθακοί. Άβουλοι, αποπροσανατολισμένοι, αμόρφωτοι, αμαθείς, άγλωσσοι, αδιάφοροι, εγωκεντρικοί, ανυπόμονοι και θρασείς. Και, πάνω απ’ όλα, μανιώδεις καταναλωτές.
Δύο παρατηρήσεις. Πρώτη: Δεν ισχύουν τα παραπάνω για όλους τους νέους. Αλλά ισχύουν για τη συντριπτική πλειονότητα των νέων. Υπάρχουν, σαφώς, λαμπρές εξαιρέσεις. Το πρόβλημα είναι ότι η λειτουργία μιας κοινωνίας δεν μπορεί να στηριχτεί αποκλειστικά και μόνο στις δυνάμεις και ικανότητες των λαμπρών εξαιρέσεων. Δεύτερη: Δεν φταίνε για τα παραπάνω οι νέοι. Ή δεν φταίνε πρωτίστως οι νέοι. Φταίει η εκπαίδευσή τους. Δηλαδή οι γονείς, το σχολείο, η τηλεόραση, η κοινωνία ολόκληρη. Και αυτό είναι ένα από τα πολλά και μεγάλα λάθη των παλαιότερων. Ίσως το μεγαλύτερο.
Όμως η διαπίστωση δεν αλλάζει. Οι νέοι είναι αυτοί που είναι. Δηλαδή μια κατάντια. Μια θλίψη. Δεν ξέρουν να μιλήσουν. Συνήθως νιαουρίζουν. Δεν ξέρουν να σκεφτούν. Κατά συνέπεια, το αποφεύγουν. Δεν μπορούν να σταθούν σε μια απαιτητική θέση εργασίας. Δεν έχουν κανένα όνειρο πέρα από την κατάληψη μιας θέση στο Δημόσιο. Δεν ξέρουν την ιστορία των προγόνων τους, ούτε καν τους κόπους των γονιών τους, και δεν έχουν ιδέα τι μαγειρεύεται γύρω τους, και μάλιστα με τη δική τους ασυναίσθητη αρωγή. Η χειρότερή τους άγνοια είναι η άγνοια της άγνοιάς τους. Ξέρουν, ωστόσο, να απαιτούν. Ξέρουν να καταναλώνουν. Ξέρουν να κατασπαταλούν γονικές παροχές και να περνάνε καλά με οποιονδήποτε τρόπο και κόστος. Ξέρουν να εξεγείρονται, να ασεβούν και να καταστρέφουν. Ξέρουν μόνο το δικαίωμα. Αυτό τους δίδαξε, όσα χρόνια ζουν, το σύστημα ατομικής ιδιοτέλειας και συνδικαλιστικής αλογίας. Κανένας δεν τους δίδαξε την υποχρέωση. Στη δημοκρατία, όμως, την οποία τόσο συχνά και τόσο καταχρηστικά επικαλούνται, το δικαίωμα και η υποχρέωση πάνε χέρι με χέρι. Το ένα είναι αναγκαία συνθήκη ύπαρξης του άλλου. Πόσο τυφλός πρέπει να είσαι για να αγνοείς αυτήν την προφανή αλήθεια; Πόσο φανατισμένος; Πόσο ανώριμος;
Μπορεί να μη φταίνε οι νέοι για την παιδεία που τους έφτασε σε αυτό το χάλι. Αλλά κάποτε ενηλικιώνονται. Κάποτε αρχίζει και η δική τους ευθύνη. Κάποτε οφείλουν, στον εαυτό τους πρωτίστως, να αποκτήσουν επίγνωση. Και να στοχαστούν. Να απαντήσουν μόνοι τους, για τον εαυτό τους, χωρίς κομματικούς ή άλλους υποβολείς και ινστρούκτορες, όχι σε φιλοσοφικά ή ιδεολογικά ερωτήματα του αέρα, αλλά στο εξής απλό, απτό και επείγον: ποιος είναι ο τρόπος σκέψης και δράσης που οδηγεί σε ένα βιώσιμο αποτέλεσμα;
Κάποτε θα πάψουν να είναι νέοι. Θα γίνουν πενήντα, εξήντα και εβδομήντα. Αν τότε ο κόσμος είναι ερείπια, δεν θα έχουν πια την πολυτέλεια να μέμφονται τους παλιόγερους που προηγήθηκαν. Η ευθύνη πλέον θα είναι δική τους. Κι αν κάνουν πως το ξεχνάνε, κανένα πρόβλημα: θα τους το θυμίζουν, πολύ ευχαρίστως, οι νέοι της εποχής.
«Γιατί είναι τόσο απαραίτητο να διατηρούμε την ψευδαίσθηση ενός λειτουργικού συστήματος και μιας προκομμένης νεολαίας, όταν ο καθένας που σκέφτεται καθαρά θα διαπιστώσει ότι η νεολαία είναι μόνο καταναλωτική;»
Αυτό το ερώτημα θέτει η Natacha Polony στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο της «Τα χαμένα παιδιά μας» (Εκδόσεις Πόλις, μετάφραση Ξένιας Σκούρα).
Οι νέοι τούτο και οι νέοι το άλλο. Οι νέοι ανησυχούν. Οι νέοι επαναστατούν. Οι νέοι έχουν δίκιο. Πάντα. Ό,τι κι αν κάνουν. Ακόμα κι όταν καταστρέφουν. Δεν φταίνε αυτοί. Οι παλιότεροι τους πιέζουν. Μεγάλα προβλήματα τους κληροδότησαν. Οι νέοι απλά ξεσπάνε. Φυσιολογικό.
Μιλάμε για τους νέους, λες και κρατούν στα χέρια τους τις λύσεις για όλα τα προβλήματα. Λες και είναι ιερά πρόσωπα, γκουρού, Δαλάι Λάμα. Βέβαια, ισχύει ότι το μέλλον τους ανήκει, αυτό είναι μια τετριμμένη νομοτέλεια, όμως δεν αναρωτιόμαστε το σόι μέλλον θα είναι αυτό που θα διαμορφώσουν. Είναι έτοιμοι και επαρκώς εξοπλισμένοι για μια τέτοια αποστολή;
Κατ’ αρχάς, ας ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα. Όσοι παραχαϊδεύουν και κανακεύουν τους νέους είτε δεν ξέρουν τι κάνουν είτε ξέρουν πολύ καλά πώς να προωθήσουν μια ύποπτη ατζέντα. Δηλαδή, είτε είναι αφελείς νοσταλγοί του ροκ εν ρολ είτε ψυχολογικά αγκυλωμένοι σε μια μεσσιανικού τύπου θεώρηση των νέων (οι νέοι θα μας σώσουν) είτε ψηφοθηρούν είτε έχουν ταχθεί στην υπηρεσία της αποδόμησης. Το μελόδραμα μιας νεολαίας επαναστατημένης ενάντια σε ανελέητες δυνάμεις σύνθλιψης είναι ένας εύκολος λαϊκισμός που απευθύνεται στο συναίσθημα και παρακάμπτει την κριτική εξέταση των γεγονότων.
Γεγονός είναι ότι οι νέοι σήμερα αντιμετωπίζουν προβλήματα τα οποία στον μεγαλύτερο βαθμό άλλοι, προγενέστεροι, δημιούργησαν. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι καινούριο. Γεγονός είναι, επίσης, ότι όλες οι γενιές νέων αντιμετώπισαν προβλήματα. Συχνά πιο σοβαρά από τα σημερινά. Οι νέοι της δεκαετίας του 1940 έζησαν τη ναζιστική κατοχή, πείνασαν, θρήνησαν αγαπημένα πρόσωπα, έπαιξαν κρυφτό με τον θάνατο. Στο καπάκι, ήρθε κι ένας εμφύλιος, για να αποτελειώσει τη νιότη τους. Μήπως πέρασαν εύκολα και κουλ οι νέοι της επταετίας; Δεδομένων των αναλογιών, οι νέοι εκείνων των εποχών θα έπρεπε, για να εκτονωθούν μετά την μπόρα, να κατακάψουν το σύμπαν. Να μη μείνει τίποτα όρθιο. Να κυκλοφορούν πάνοπλοι και να σπέρνουν φωτιά και μολύβι. Τίποτα απ’ όλα αυτά. Μάζεψαν τις στάχτες της νιότης τους και προχώρησαν, δούλεψαν σαν γαϊδούρια και κάτι δημιούργησαν. Λάθη; Έκαναν πολλά και μεγάλα. Τα πληρώνουμε όλοι σήμερα. Μα δεν μπορεί κανείς αβασάνιστα να τους κατηγορήσει ότι δεν δούλεψαν, δεν έκαναν θυσίες, δεν οραματίστηκαν, δεν νοιάστηκαν.
Συνεπώς, ας αφήσουμε πια κατά μέρος τον μύθο των καταπιεσμένων νέων. Των στριμωγμένων στη γωνία. Ας πούμε κάποια στιγμή την αλήθεια. Οι νέοι σήμερα είναι απλά κακομαθημένοι. Οι νέοι είναι μαλθακοί. Άβουλοι, αποπροσανατολισμένοι, αμόρφωτοι, αμαθείς, άγλωσσοι, αδιάφοροι, εγωκεντρικοί, ανυπόμονοι και θρασείς. Και, πάνω απ’ όλα, μανιώδεις καταναλωτές.
Δύο παρατηρήσεις. Πρώτη: Δεν ισχύουν τα παραπάνω για όλους τους νέους. Αλλά ισχύουν για τη συντριπτική πλειονότητα των νέων. Υπάρχουν, σαφώς, λαμπρές εξαιρέσεις. Το πρόβλημα είναι ότι η λειτουργία μιας κοινωνίας δεν μπορεί να στηριχτεί αποκλειστικά και μόνο στις δυνάμεις και ικανότητες των λαμπρών εξαιρέσεων. Δεύτερη: Δεν φταίνε για τα παραπάνω οι νέοι. Ή δεν φταίνε πρωτίστως οι νέοι. Φταίει η εκπαίδευσή τους. Δηλαδή οι γονείς, το σχολείο, η τηλεόραση, η κοινωνία ολόκληρη. Και αυτό είναι ένα από τα πολλά και μεγάλα λάθη των παλαιότερων. Ίσως το μεγαλύτερο.
Όμως η διαπίστωση δεν αλλάζει. Οι νέοι είναι αυτοί που είναι. Δηλαδή μια κατάντια. Μια θλίψη. Δεν ξέρουν να μιλήσουν. Συνήθως νιαουρίζουν. Δεν ξέρουν να σκεφτούν. Κατά συνέπεια, το αποφεύγουν. Δεν μπορούν να σταθούν σε μια απαιτητική θέση εργασίας. Δεν έχουν κανένα όνειρο πέρα από την κατάληψη μιας θέση στο Δημόσιο. Δεν ξέρουν την ιστορία των προγόνων τους, ούτε καν τους κόπους των γονιών τους, και δεν έχουν ιδέα τι μαγειρεύεται γύρω τους, και μάλιστα με τη δική τους ασυναίσθητη αρωγή. Η χειρότερή τους άγνοια είναι η άγνοια της άγνοιάς τους. Ξέρουν, ωστόσο, να απαιτούν. Ξέρουν να καταναλώνουν. Ξέρουν να κατασπαταλούν γονικές παροχές και να περνάνε καλά με οποιονδήποτε τρόπο και κόστος. Ξέρουν να εξεγείρονται, να ασεβούν και να καταστρέφουν. Ξέρουν μόνο το δικαίωμα. Αυτό τους δίδαξε, όσα χρόνια ζουν, το σύστημα ατομικής ιδιοτέλειας και συνδικαλιστικής αλογίας. Κανένας δεν τους δίδαξε την υποχρέωση. Στη δημοκρατία, όμως, την οποία τόσο συχνά και τόσο καταχρηστικά επικαλούνται, το δικαίωμα και η υποχρέωση πάνε χέρι με χέρι. Το ένα είναι αναγκαία συνθήκη ύπαρξης του άλλου. Πόσο τυφλός πρέπει να είσαι για να αγνοείς αυτήν την προφανή αλήθεια; Πόσο φανατισμένος; Πόσο ανώριμος;
Μπορεί να μη φταίνε οι νέοι για την παιδεία που τους έφτασε σε αυτό το χάλι. Αλλά κάποτε ενηλικιώνονται. Κάποτε αρχίζει και η δική τους ευθύνη. Κάποτε οφείλουν, στον εαυτό τους πρωτίστως, να αποκτήσουν επίγνωση. Και να στοχαστούν. Να απαντήσουν μόνοι τους, για τον εαυτό τους, χωρίς κομματικούς ή άλλους υποβολείς και ινστρούκτορες, όχι σε φιλοσοφικά ή ιδεολογικά ερωτήματα του αέρα, αλλά στο εξής απλό, απτό και επείγον: ποιος είναι ο τρόπος σκέψης και δράσης που οδηγεί σε ένα βιώσιμο αποτέλεσμα;
Κάποτε θα πάψουν να είναι νέοι. Θα γίνουν πενήντα, εξήντα και εβδομήντα. Αν τότε ο κόσμος είναι ερείπια, δεν θα έχουν πια την πολυτέλεια να μέμφονται τους παλιόγερους που προηγήθηκαν. Η ευθύνη πλέον θα είναι δική τους. Κι αν κάνουν πως το ξεχνάνε, κανένα πρόβλημα: θα τους το θυμίζουν, πολύ ευχαρίστως, οι νέοι της εποχής.
Ρομπέν