Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

Ο κόσμος έχει σαλέψει

.
Ο κόσμος έχει σαλέψει.
Οδηγείς στην περιφερειακό, νύχτα, στη μεσαία λωρίδα, και στην αριστερή, την ταχείας κυκλοφορίας, τρέχει παρανοϊκός. Προς την αντίθετη κατεύθυνση! Σχεδόν κατά πάνω σου! Περνάει από δίπλα σου και ευχαριστείς τον Θεό που είσαι ακόμα σε θέση να τον ευχαριστείς. Κοιτάς στον καθρέφτη και βλέπεις τους οδηγούς που ακολουθούν να κάνουν επείγοντες ελιγμούς και τρελά οχτάρια, στην προσπάθεια να σωθούν από τον καμικάζι.

Ο κόσμος έχει σαλέψει.
Η εγκληματικότητα είναι στα κόκκινα. Το σκέφτεσαι να βγεις απ’ το σπίτι σου – είναι πια πολύ πιθανό να γυρίσεις και να το βρεις άδειο. Δεν ξέρεις πού πρέπει να παρκάρεις το αυτοκίνητό σου για να μην το βρεις ανοιγμένο. Περπατάς στον δρόμο και φοβάσαι τη σκιά σου – όλοι έχουν να διηγηθούν ένα περιστατικό ληστείας ή κακοποίησης, όλοι εκτός από σένα, άρα είναι η σειρά σου, το νιώθεις.

Ο κόσμος έχει σαλέψει.
Εκκολαπτόμενα τσογλανίδια βάλλουν πέτρες εναντίον καταστημάτων. Χωρίς Δεκεμβριανά και εξεγέρσεις. Έτσι, για πλάκα. Παίρνουν θέση απέναντι κι αρχίζουν να ρίχνουν στις βιτρίνες, ξεσπώντας σε γέλια. Χωρίς σκοπό. Χωρίς αίτημα. Απλά, για να περνάει η ώρα. Όπως παλιά παίζαμε αμπάριζα ή μασουλάγαμε πασατέμπο.

Ο κόσμος έχει σαλέψει.
Έχουμε γίνει βρικόλακες που τρέφονται με δανεικά. Έχουμε πειστεί ότι ο μεγαλύτερος τρόμος μας πρέπει να είναι το ενδεχόμενο παύσης του δανεισμού από ξένα ταμεία. Δεν αναρωτιόμαστε πώς θα πληρώσουμε τα νέα δάνεια (αν τα πάρουμε), αθροιζόμενα στα παλιά. Δεν μας περνάει από το μυαλό ότι λύσεις είναι δυνατόν να αναζητηθούν όχι μόνο στην εξάντληση των δυνατοτήτων ενός τρόπου, αλλά και στην αλλαγή του (αποδεδειγμένα ολέθριου) τρόπου.

Ο κόσμος έχει σαλέψει.
Στα δεινά του ατομικισμού και της ιδιοτέλειας απαντάμε με διαιώνιση του ατομικισμού και της ιδιοτέλειας. Καθείς κι ο εαυτούλης του. Στο κοινωνικό συνειδητό μόνη οντότητα έχει απομείνει το άτομο. Η συλλογική αμβλύνοια αγνοεί παντελώς το αόρατο διαρθρωτικό πλέγμα σχέσεων, ισορροπιών, δυναμικών, που δέχεται τις δονήσεις από όλα τα άτομα και επιστρέφει σ’ αυτά τη διαμορφούμενη συνισταμένη.

Όσο και αν προσπαθήσει, ο πανάθλιος εαυτούλης δεν θα είναι ποτέ διασφαλισμένος, επαρκώς οχυρωμένος, άτρωτος. Υπάρχουν εκεί έξω καμικάζι, που οδηγούν κόντρα στο ρεύμα. Η σύγκρουση θα είναι σφοδρή.

Ρομπέν

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

Αποδόμηση

.
Την περασμένη Κυριακή ζωγράφισα τους νέους με χρώματα διόλου φωτεινά. Μίλησα για το χάλι τους. Αλλά διευκρίνισα ότι δεν φέρουν οι ίδιοι την πρώτη ευθύνη γι’ αυτό το χάλι.

Μεγάλη ευθύνη φέρει η παιδεία. Εκείνοι που τη διαμορφώνουν. Πολλές και σοβαρές οι στρεβλότητες της σύγχρονης παιδαγωγικής θεωρίας. Αλλά η πιο σοβαρή κι επικίνδυνη είναι, νομίζω, η υποβάθμιση του ρόλου του δασκάλου.

Η παιδαγωγική που διδάσκεται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα (και σε άλλες χώρες) έχει ως κεντρική ιδέα τον εποικοδομητισμό (constructivism). Ο εποικοδομητισμός αρνείται την αυθύπαρκτη, την προϋπάρχουσα γνώση. Κάθε γνώση, λέει, είναι μια ατομική κατασκευή, την οποία ο μαθητής οικοδομεί μέσα στο κεφάλι του, ανάλογα με την αντίληψή του, τις ανάγκες του, τις ιδέες του και τα ερεθίσματα που δέχεται. Εφόσον δεν προϋπάρχει (πριν από τον μαθητή) γνώση καθορισμένη, αυθύπαρκτη, επιδεχόμενη «αντικειμενική» περιγραφή και ερμηνεία, δεν έχει νόημα η μετάδοσή της, άρα ούτε ο μεταδότης (ο δάσκαλος). Η γνώση απλά θα κατασκευασθεί (θα επινοηθεί) στο θαυματουργό εργαστήρι της ατομικής διάνοιας. Έτσι, ο δάσκαλος παύει να είναι καθοδηγητής (instructor) προς την ανακάλυψη μιας συμφωνημένης πραγματικότητας. Γίνεται διευκολυντής (facilitator), εμψυχωτής, ένας κόουτς των μαθητών στο ατομικό άθλημα της κατασκευής της καταδικής τους πραγματικότητας. Κρίνεται, πλέον, απαράδεκτο το μοντέλο του δασκάλου-αυθεντία, καθώς τώρα γνωρίζουμε ότι η αυθεντία τραυματίζει τον ευαίσθητο παιδικό ψυχισμό. Οφείλουμε, σύμφωνα με το πνεύμα του εκδημοκρατισμού της παιδείας, να αποκαθηλώσουμε αυτό το μοντέλο δασκάλου. Να φέρουμε την ισότητα. Ίσος με τους μαθητές ο δάσκαλος, πλήρης ομοιομορφία. Ως και το μέγεθος της έδρας του ενοχλεί, γιατί σε σχέση με τα μικρά μαθητικά θρανία δηλώνει υπεροχή. Τραυματικό κι αυτό, άρα πριονίζουμε και την έδρα. Τέτοιος αχαλίνωτος παραλογισμός.

Δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να σημειώσω την ομοιότητα του εποικοδομητισμού με τον υπαρξισμό. Ο υπαρξισμός λέει ότι δεν υπάρχει ουσία πριν από την ύπαρξη. Η ύπαρξη προηγείται της ουσίας. Δηλαδή πρώτα γεννιέται η ύπαρξη και κατόπιν δημιουργεί αυτή η ίδια την ουσία της, την επιλέγει. Που σημαίνει, μη μου μιλάτε εμένα για ηθική ή για Θεό ή για πατρική εξουσία, αυτά τα φτιάξατε εσείς πριν από μένα και άρα για μένα δεν υπάρχουν, εγώ θα φτιάξω τα δικά μου. Οπότε, έχουμε και λέμε: με τον υπαρξισμό, που είναι σαφώς πιο γενικός από τον εποικοδομητισμό, απορρίπτω τώρα, τον πατέρα μου, τον πνευματικό μου και τον Θεό. Στην πυρά. Σας ακυρώνω. Εγώ. Επιλογή μου. Δικαίωμά μου.

Κοντολογίς, μέσα σ’ έναν αιώνα, τον εικοστό, καταφέραμε να βγάλουμε από τη μέση τη γνώση, την ουσία και κάθε πατρική φιγούρα (πατέρας, δάσκαλος, πνευματικός, Θεός). Για κάποιο λόγο η πατρική φιγούρα είναι θεμελιώδους σημασίας για τη διαμόρφωσή μας. Και γι’ αυτό πρέπει να εκλείψει.

Και δεν τελειώνει εδώ η ιστορία. Η απανθρωπία του δικαιώματος (του Χρήστου Γιανναρά η έκφραση) γέννησε τον φεμινισμό, τη «χειραφέτηση», και ώθησε τις διεκδικήσεις του γυναικείου κινήματος στα άκρα. Μπερδεύτηκε η ισότητα (ισονομία) με την ταυτότητα (ίδια φύση). Το κέντρο βάρους του γάμου δεν είναι πια η σχέση των συζύγων, αλλά η ισοβαρής (μέχρι γραμμαρίου), ακριβοδίκαια ικανοποίηση των ατομικών δικαιωμάτων των συμβαλλόμενων μερών. Η απανθρωπία του δικαιώματος γέννησε και την εξέγερση του γιου ενάντια στον πατέρα. Ποιος νομίζεις ότι είσαι, ρε γέρο, κάνε στην μπάντα, σκάσε κι εσύ και όλη η θλιβερή γενιά σου. Έτσι, πάει και η οικογένεια, πέθανε.

Και μια που την αρχίσαμε τη δουλειά, ας την τελειώσουμε. Από τη στιγμή που δεν προϋπάρχει ούτε γνώση ούτε ουσία, άντε να πείσεις για την αξία της γλώσσας, της παράδοσης και της μεταφυσικής. Τα σβήνουμε και τούτα. Αλλά χωρίς αυτά, τους διαχρονικούς του άξονες, τα στοιχεία της ταυτότητάς του, δεν μπορεί να υπάρξει το έθνος. Το διαγράφουμε κι αυτό.

Ποιος είναι ο κοινός παρονομαστής σε όλες τις παραπάνω εξελίξεις; Μαντέψτε. Η αμορφία. Οι κοινωνικές ζυμώσεις που δρομολογήθηκαν από τις εξελίξεις συντείνουν στην αφαίρεση της μορφής από κάθε πρόσωπο και κάθε συλλογικότητα. Μόνο τυχαίο δεν είναι αυτό. Για παράδειγμα, στην παιδαγωγική, ενώ πλείστες μελέτες έχουν αποδείξει την αποτυχία των διαδικασιών μάθησης που έχουν εισαγάγει ο εποικοδομητισμός και οι παραφυάδες του, οι διαδικασίες αυτές εξακολουθούν να εφαρμόζονται και να εγκωμιάζονται με εκσυγχρονιστικό αυτισμό. Φαίνεται ότι κάποιοι προσπαθούν πολύ.

Η ζωή πάντα συγκροτείται ως δομημένη πολυπλοκότητα. Η αποδόμηση, η κατάργηση της μορφής σε όλες τις βαθμίδες (πρόσωπο, οικογένεια, έθνος), σημαίνει εξάλειψη των κέντρων ζωής, σκέψης, αντίστασης. Ισοδυναμεί με πολτοποίηση προσώπων και συλλογικοτήτων σε ομοιογενή, άμορφο χυλό, σερβιρισμένο στο πιάτο των αγορών – ή, αν προτιμάτε, κάποιων ελίτ.

Ρομπέν

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010

Η απατηλή λάμψη των νέων

.
«Γιατί είναι τόσο απαραίτητο να διατηρούμε την ψευδαίσθηση ενός λειτουργικού συστήματος και μιας προκομμένης νεολαίας, όταν ο καθένας που σκέφτεται καθαρά θα διαπιστώσει ότι η νεολαία είναι μόνο καταναλωτική;»

Αυτό το ερώτημα θέτει η Natacha Polony στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο της «Τα χαμένα παιδιά μας» (Εκδόσεις Πόλις, μετάφραση Ξένιας Σκούρα).

Οι νέοι τούτο και οι νέοι το άλλο. Οι νέοι ανησυχούν. Οι νέοι επαναστατούν. Οι νέοι έχουν δίκιο. Πάντα. Ό,τι κι αν κάνουν. Ακόμα κι όταν καταστρέφουν. Δεν φταίνε αυτοί. Οι παλιότεροι τους πιέζουν. Μεγάλα προβλήματα τους κληροδότησαν. Οι νέοι απλά ξεσπάνε. Φυσιολογικό.

Μιλάμε για τους νέους, λες και κρατούν στα χέρια τους τις λύσεις για όλα τα προβλήματα. Λες και είναι ιερά πρόσωπα, γκουρού, Δαλάι Λάμα. Βέβαια, ισχύει ότι το μέλλον τους ανήκει, αυτό είναι μια τετριμμένη νομοτέλεια, όμως δεν αναρωτιόμαστε το σόι μέλλον θα είναι αυτό που θα διαμορφώσουν. Είναι έτοιμοι και επαρκώς εξοπλισμένοι για μια τέτοια αποστολή;

Κατ’ αρχάς, ας ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα. Όσοι παραχαϊδεύουν και κανακεύουν τους νέους είτε δεν ξέρουν τι κάνουν είτε ξέρουν πολύ καλά πώς να προωθήσουν μια ύποπτη ατζέντα. Δηλαδή, είτε είναι αφελείς νοσταλγοί του ροκ εν ρολ είτε ψυχολογικά αγκυλωμένοι σε μια μεσσιανικού τύπου θεώρηση των νέων (οι νέοι θα μας σώσουν) είτε ψηφοθηρούν είτε έχουν ταχθεί στην υπηρεσία της αποδόμησης. Το μελόδραμα μιας νεολαίας επαναστατημένης ενάντια σε ανελέητες δυνάμεις σύνθλιψης είναι ένας εύκολος λαϊκισμός που απευθύνεται στο συναίσθημα και παρακάμπτει την κριτική εξέταση των γεγονότων.

Γεγονός είναι ότι οι νέοι σήμερα αντιμετωπίζουν προβλήματα τα οποία στον μεγαλύτερο βαθμό άλλοι, προγενέστεροι, δημιούργησαν. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι καινούριο. Γεγονός είναι, επίσης, ότι όλες οι γενιές νέων αντιμετώπισαν προβλήματα. Συχνά πιο σοβαρά από τα σημερινά. Οι νέοι της δεκαετίας του 1940 έζησαν τη ναζιστική κατοχή, πείνασαν, θρήνησαν αγαπημένα πρόσωπα, έπαιξαν κρυφτό με τον θάνατο. Στο καπάκι, ήρθε κι ένας εμφύλιος, για να αποτελειώσει τη νιότη τους. Μήπως πέρασαν εύκολα και κουλ οι νέοι της επταετίας; Δεδομένων των αναλογιών, οι νέοι εκείνων των εποχών θα έπρεπε, για να εκτονωθούν μετά την μπόρα, να κατακάψουν το σύμπαν. Να μη μείνει τίποτα όρθιο. Να κυκλοφορούν πάνοπλοι και να σπέρνουν φωτιά και μολύβι. Τίποτα απ’ όλα αυτά. Μάζεψαν τις στάχτες της νιότης τους και προχώρησαν, δούλεψαν σαν γαϊδούρια και κάτι δημιούργησαν. Λάθη; Έκαναν πολλά και μεγάλα. Τα πληρώνουμε όλοι σήμερα. Μα δεν μπορεί κανείς αβασάνιστα να τους κατηγορήσει ότι δεν δούλεψαν, δεν έκαναν θυσίες, δεν οραματίστηκαν, δεν νοιάστηκαν.

Συνεπώς, ας αφήσουμε πια κατά μέρος τον μύθο των καταπιεσμένων νέων. Των στριμωγμένων στη γωνία. Ας πούμε κάποια στιγμή την αλήθεια. Οι νέοι σήμερα είναι απλά κακομαθημένοι. Οι νέοι είναι μαλθακοί. Άβουλοι, αποπροσανατολισμένοι, αμόρφωτοι, αμαθείς, άγλωσσοι, αδιάφοροι, εγωκεντρικοί, ανυπόμονοι και θρασείς. Και, πάνω απ’ όλα, μανιώδεις καταναλωτές.

Δύο παρατηρήσεις. Πρώτη: Δεν ισχύουν τα παραπάνω για όλους τους νέους. Αλλά ισχύουν για τη συντριπτική πλειονότητα των νέων. Υπάρχουν, σαφώς, λαμπρές εξαιρέσεις. Το πρόβλημα είναι ότι η λειτουργία μιας κοινωνίας δεν μπορεί να στηριχτεί αποκλειστικά και μόνο στις δυνάμεις και ικανότητες των λαμπρών εξαιρέσεων. Δεύτερη: Δεν φταίνε για τα παραπάνω οι νέοι. Ή δεν φταίνε πρωτίστως οι νέοι. Φταίει η εκπαίδευσή τους. Δηλαδή οι γονείς, το σχολείο, η τηλεόραση, η κοινωνία ολόκληρη. Και αυτό είναι ένα από τα πολλά και μεγάλα λάθη των παλαιότερων. Ίσως το μεγαλύτερο.

Όμως η διαπίστωση δεν αλλάζει. Οι νέοι είναι αυτοί που είναι. Δηλαδή μια κατάντια. Μια θλίψη. Δεν ξέρουν να μιλήσουν. Συνήθως νιαουρίζουν. Δεν ξέρουν να σκεφτούν. Κατά συνέπεια, το αποφεύγουν. Δεν μπορούν να σταθούν σε μια απαιτητική θέση εργασίας. Δεν έχουν κανένα όνειρο πέρα από την κατάληψη μιας θέση στο Δημόσιο. Δεν ξέρουν την ιστορία των προγόνων τους, ούτε καν τους κόπους των γονιών τους, και δεν έχουν ιδέα τι μαγειρεύεται γύρω τους, και μάλιστα με τη δική τους ασυναίσθητη αρωγή. Η χειρότερή τους άγνοια είναι η άγνοια της άγνοιάς τους. Ξέρουν, ωστόσο, να απαιτούν. Ξέρουν να καταναλώνουν. Ξέρουν να κατασπαταλούν γονικές παροχές και να περνάνε καλά με οποιονδήποτε τρόπο και κόστος. Ξέρουν να εξεγείρονται, να ασεβούν και να καταστρέφουν. Ξέρουν μόνο το δικαίωμα. Αυτό τους δίδαξε, όσα χρόνια ζουν, το σύστημα ατομικής ιδιοτέλειας και συνδικαλιστικής αλογίας. Κανένας δεν τους δίδαξε την υποχρέωση. Στη δημοκρατία, όμως, την οποία τόσο συχνά και τόσο καταχρηστικά επικαλούνται, το δικαίωμα και η υποχρέωση πάνε χέρι με χέρι. Το ένα είναι αναγκαία συνθήκη ύπαρξης του άλλου. Πόσο τυφλός πρέπει να είσαι για να αγνοείς αυτήν την προφανή αλήθεια; Πόσο φανατισμένος; Πόσο ανώριμος;

Μπορεί να μη φταίνε οι νέοι για την παιδεία που τους έφτασε σε αυτό το χάλι. Αλλά κάποτε ενηλικιώνονται. Κάποτε αρχίζει και η δική τους ευθύνη. Κάποτε οφείλουν, στον εαυτό τους πρωτίστως, να αποκτήσουν επίγνωση. Και να στοχαστούν. Να απαντήσουν μόνοι τους, για τον εαυτό τους, χωρίς κομματικούς ή άλλους υποβολείς και ινστρούκτορες, όχι σε φιλοσοφικά ή ιδεολογικά ερωτήματα του αέρα, αλλά στο εξής απλό, απτό και επείγον: ποιος είναι ο τρόπος σκέψης και δράσης που οδηγεί σε ένα βιώσιμο αποτέλεσμα;

Κάποτε θα πάψουν να είναι νέοι. Θα γίνουν πενήντα, εξήντα και εβδομήντα. Αν τότε ο κόσμος είναι ερείπια, δεν θα έχουν πια την πολυτέλεια να μέμφονται τους παλιόγερους που προηγήθηκαν. Η ευθύνη πλέον θα είναι δική τους. Κι αν κάνουν πως το ξεχνάνε, κανένα πρόβλημα: θα τους το θυμίζουν, πολύ ευχαρίστως, οι νέοι της εποχής.

Ρομπέν

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

Κυβερνητική πολιτική

.
Ενόψει των δραματικών εγχώριων και διεθνών εξελίξεων, ο Έλληνας πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου (ΓΑΠ) παραχώρησε χτες, πλαισιωμένος από τους υπουργούς του, συνέντευξη τύπου, για να εξηγήσει στους πολίτες το σχέδιο δράσης της κυβέρνησης. Αναδημοσιεύουμε εδώ τα αποσπάσματα της συνέντευξης που αφορούν τα πιο καίρια προβλήματα.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, φαίνεται ότι η Ελλάδα έχει μπει στο στόχαστρο των διεθνών κερδοσκόπων. Πώς απαντάει η κυβέρνηση σε αυτήν την πρόκληση;

ΓΑΠ: Απαντούν καθημερινά ο Χοακίν Αλμούνια, ο Ζαν-Κλοντ Τρισέ και ο Ντομινίκ Στρος Καν. Θα ήταν πλεονασμός, αν απαντούσαμε κι εμείς. Τι λες κι εσύ, Γιώργο; (Στρέφεται προς τον Υπουργό Οικονομικών, Γιώργο Παπακωνσταντίνου.)

ΠΑΠ: Πολύ σωστά! Θα εδημιουργείτο χασμωδία.

ΔΗΜ: Οι οικονομικοί επιστήμονες επιμένουν ότι η μόνη διέξοδος της χώρας από τον φαύλο κύκλο του δανεισμού είναι η ανάπτυξη.

ΓΑΠ: Καλή είναι η ανάπτυξη, αλλά χρειάζεται χρήματα.

ΔΗΜ: Προεκλογικά λέγατε ότι υπάρχουν χρήματα.

ΓΑΠ: Μετεκλογικά λέω ότι δεν υπάρχουν. Τι λες κι εσύ, Γιώργο;

ΠΑΠ: Δεκάρα τσακιστή. Ελάτε να μας ψάξετε, αν θέλετε.

ΔΗΜ: Κύριε Πρόεδρε, τι σκοπεύετε να κάνετε με τα μπλόκα των αγροτών;

ΓΑΠ: Περιμένω να βαρεθούν και να φύγουν. Έχω αποδείξει ότι είμαι τέρας υπομονής.

ΔΗΜ: Δεν έχουν όλοι την ίδια υπομονή. Ο πρωθυπουργός της Βουλγαρίας ήδη αξιώνει αποζημιώσεις για εμπορικές ζημίες εξαιτίας των μπλόκων του Προμαχώνα.

ΓΑΠ: Είμαι σε διαρκή διάλογο με τον κ. Μπορίσοφ. Του προτείνω καθημερινά να είναι πιο στωικός. Επίσης, έχω δώσει εντολή στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης να του στείλουν ένα βαζάκι γλυκό κυδώνι. Από τον θεσσαλικό κάμπο το κυδώνι. Έτσι δεν είναι, Κατερίνα; (Στρέφεται προς την Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, Κατερίνα Μπατζελή.)

ΜΠΑΤΖ: Έτσι, Πρόεδρε!

ΔΗΜ: Πώς πιστεύετε ότι θα βοηθήσει αυτή η κίνηση;

ΓΑΠ: Είναι μια συμβολική κίνηση που δείχνει ότι το χρήμα δεν είναι το παν σ’ αυτή τη ζωή. Σημασία έχουν οι καλές προθέσεις.

ΔΗΜ: Μα γιατί δεν απομακρύνετε τους αγρότες με τη βία; Παράνομοι είναι.

ΓΑΠ: Δεν είμαστε κράτος βίας. Είμαστε κράτος διαλόγου.

ΔΗΜ: Ναι, αλλά οι αγρότες ασκούν βία με τα μπλόκα τους.

ΓΑΠ: Σωστά. Κατερίνα, σημείωσε, σε παρακαλώ, να σταλεί από ένα βαζάκι γλυκό κυδώνι σε κάθε αγρότη των μπλόκων.

ΜΠΑΤΖ: Το σημείωσα κιόλας, Πρόεδρε.

ΔΗΜ: Ας περάσουμε στο μείζον θέμα που απασχολεί τους Έλληνες. Ποια είναι τα σχόλιά σας σχετικά με το διαζύγιο Λάτσιου-Μενεγάκη;

ΓΑΠ: Το πρόβλημα το χειρίζεται με επιτυχία το Υπουργείο Εσωτερικών. Ήδη έχει γίνει διάβημα για κατάπαυση του πυρός και πρόσκληση σε μακροχρόνια διαβούλευση με σκοπό την εξεύρεση της καλύτερης δυνατής λύσης για τα δύο μέρη και τη διατήρηση της ειρήνης στην περιοχή, εεε, στη σχέση. Τα λέω σωστά, Γιάννη; (Στρέφεται προς τον Υπουργό Εσωτερικών, Γιάννη Ραγκούση.)

ΡΑΓΚ: Έτσι, ακριβώς, Πρόεδρε. Αναμένουμε την ανταπόκριση των δύο πλευρών. Ο κρατικός μηχανισμός είναι σε πλήρη ετοιμότητα και αντιμετωπίζουμε το περιστατικό με αισιοδοξία.

ΓΑΠ: Α, και μια που το ’φερε η κουβέντα, Κατερίνα…

ΜΠΑΤΖ: Ξέρω, ξέρω. Να τους στείλω γλυκό κυδώνι. Το σημείωσα, Πρόεδρε.

ΓΑΠ: Πουλιά στον αέρα πιάνει αυτή η κυβέρνηση! Πού είσαι πατέρα, να μας καμαρώσεις!

ΔΗΜ: Κύριε Πρόεδρε, δε νομίζετε ότι κάποια στιγμή θα χρειαστεί να πάρετε δυσάρεστες αποφάσεις και να επιδείξετε πυγμή στην εφαρμογή τους;

ΓΑΠ: Ποιος ζει ποιος πεθαίνει ως τότε, καλέ μου άνθρωπε. Γλυκό κυδώνι τρώτε;

Ρομπέν