Κυριακή, 26 Απριλίου 2009

Ναι, ρε μεγάλε, αλλά έτρεχες!


Νύχτα προχωρημένη, μετά τις τρεις. Στριγκλιές από φρεναρίσματα τρυπάνε τη σιωπή. Τα αυτοκίνητα ακινητοποιούνται ελάχιστα εκατοστά πριν τη σύγκρουση. Ο ταξιτζής έχει στοπ. Ο άλλος μάλλον έτρεχε λίγο παραπάνω. Αλλά δεν έχει σημασία, ο ταξιτζής έχει στοπ. Ο άλλος βγαίνει έξαλλος και ζητάει το λόγο: «Αποφάσισες να μας σκοτώσεις, ρε φίλε;» Ο ταξιτζής δεν βγαίνει από το όχημα, κατεβάζει το παράθυρο και ωρύεται από τη θέση του, μόνο που δεν καταλαβαίνω λέξη απ’ όσα λέει – η άρθρωσή του είναι απελπιστική. Μα αν κρίνω από το ύφος του, από την ένταση της φωνής του, από την παντελή απουσία δειγμάτων συγνώμης ή υποχώρησης ή έστω συγκατάβασης, ο ταξιτζής είναι ακλόνητα πεπεισμένος ότι έχει δίκιο. Ο ταξιτζής έχει στοπ, επαναλαμβάνω, κι όμως: έχει δίκιο!

Είναι απίστευτο αυτό που συμβαίνει. Γενικά. Ο Νεοέλληνας δεν έχει ποτέ άδικο. Ακόμα και στις περιπτώσεις που το ορίζει σαφέστατα ο νόμος. Πάντα υπάρχει μια παρακαμπτήριος, μια διακτίνιση, ένα «αλλά»: «Ναι, ρε μεγάλε, αλλά έτρεχες!» Ναι μεν, αλλά. Δεν ξέρω αν σε άλλη γλώσσα υπάρχει ανάλογη έκφραση που να αναδεικνύει την υπεκφυγή ως λαϊκό σπορ.

Τα τελευταία χρόνια, όταν ακούω γύρω μου τους θετικούς, τους αισιόδοξους, μέσα μου γελάω. Πώς είναι δυνατόν να ελπίζεις σε αλλαγή, σε ανατροπή της φαυλότητας, όταν κάθε μέλος του συνόλου αρνείται πεισματικά την προσωπική ευθύνη και παραπέμπει αυτιστικά σε μια απρόσωπη συλλογική, όταν αποκλείει a priori, ακυρώνει αξιωματικά, το ενδεχόμενο να σφάλλει ο ίδιος και παγίως μεταθέτει το σφάλμα στον άλλο; (Όπου ο άλλος: πρόσωπο ή σύνολο ή θεσμός.)

Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με ένα πρόβλημα ηθικής τάξης ή αισθητικής. Δεν ενδιαφέρει να διαπιστώσουμε «πόσο άσχημα συμπεριφέρθηκε ο ταξιτζής». Έχουμε να κάνουμε με ένα πρόβλημα λογιστικής, αποτελέσματος: πόσο ατελέσφορα συμπεριφέρεται ο ταξιτζής και ο καθένας από μας και πόσο μηδενική είναι η σούμα. Διότι, αν όλοι έχουν πάντα δίκιο, κανείς ποτέ δεν θα δει άσπρη μέρα. Άρα διακυβεύεται, σε πρώτο χρόνο, η ευημερία του συνόλου και του ατόμου και, σε δεύτερο χρόνο, η ίδια η επιβίωση. Είναι γελοίο να μιλάμε για ηθική και για αισθητική. Εδώ παίζεται το αύριο.

Τραγικά ατελέσφορη η συμπεριφορά του Νεοέλληνα. Τυφλός, κουφός, κατρακυλάει με χίλια και κουτουλάει δεξιά κι αριστερά και βρίζει τη μοίρα του. Όχι μόνο δεν βλέπει πια μπροστά του, όχι μόνο δεν ακούει τίποτα και κανέναν, αλλά ούτε καν σκέφτεται. Το έχει αναθέσει σε άλλους. Και υπάρχουν πολλοί πρόθυμοι που αναλαμβάνουν τη «βρώμικη δουλειά».

Βαθύτατο έλλειμμα παιδείας δηλώνει αυτή η κατάσταση. Χρεοκοπία της παιδείας. Στο σχολείο, στο σπίτι, στην εργασία, στην παρέα, στην τηλεόραση, παντού τονίζεται το άτομο, δηλαδή το εγώ. Οι άλλοι νοούνται ως στρατός εξυπηρέτησης του εγώ, διοικητική μέριμνα στην εκστρατεία κατάκτησης των στόχων του εγώ. Οι άλλοι είναι αδιάφοροι (όταν δεν είναι ενοχλητικοί), ξένοι, μακρινοί και, το πιο προφανές, υποδεέστεροι. Πώς θα μπορούσαν ποτέ να έχουν δίκιο;

Ρομπέν

Κυριακή, 19 Απριλίου 2009

Αν δεν υπήρχε ο Χριστός, θα έπρεπε να τον επινοήσουμε


Ας υποθέσουμε ότι δεν υπήρξε ποτέ ο Ιησούς. Ένας θρύλος είναι. Η διδασκαλία, τα Πάθη, η Σταύρωση, η Ανάσταση δεν υπήρξαν. Πουθενά στην Ιστορία η παραμικρή ένδειξη ή νύξη για την ύπαρξη του Θεού.


Έτσι αν είχαν τα πράγματα, θα οφείλαμε από μόνοι μας να εξετάσουμε το ενδεχόμενο της ύπαρξής Του. Να αναρωτηθούμε στα τυφλά, αν κάπου υπάρχει κάποιος που να μπορεί να μας χαρίσει τη λύτρωση. Να αποδυθούμε σε αυτήν την αναζήτηση με όποια εργαλεία θα είχαμε στη διάθεσή μας – λογική, αισθητική, οτιδήποτε.


Γιατί; Ποιος ο λόγος;


Ο λόγος είναι απλός και απτός: το έσω ανικανοποίητο. Διψασμένο, πεινασμένο σε αφήνει πάντα αυτή η ζωή. Όσα κι αν γευτείς, όσα και αν κατακτήσεις. Αργά η γρήγορα τα πάντα καταρρέουν, υπακούοντας στη φύση τους: το εφήμερο. Στο τέλος, σε κάθε αγώνα, σε κάθε στίβο, νικητής είναι η φθορά. Τίποτα το μεγάλο, τίποτα το αληθινό, τίποτα δεν διασώζεται. (Λένε ότι διασώζεται η αγάπη. Μα ακόμα κι αυτή, μέσα στον κόσμο τούτο, συχνά εκφυλίζεται σε συγκατάβαση.)


Αν αυτή η θλιβερή σκηνή του ανθρώπινου δράματος είναι ό,τι μπορούμε να δούμε, οφείλουμε να ψάξουμε εκεί όπου δεν φτάνει η όραση, ορμώμενοι, αν μη τι άλλο, από μια δίψα για κάτι περισσότερο.


Μα αν υπάρχει το ιστορικό πρόσωπο Ιησούς Χριστός, αν ρητά υπόσχεται ό,τι στο βάθος της ποθεί η ψυχή μας – ελευθερία, διάρκεια, νόημα – αν ισχυρίζεται ότι Εκείνος σβήνει κάθε πείνα και κάθε δίψα, τότε αυτό το ενδεχόμενο οπωσδήποτε αξίζει να ερευνηθεί. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να ψάχνουμε στα τυφλά. Υπάρχει φωτισμένος δρόμος.


Και αν, επιπλέον, στρατιές φιλοσόφων, θεολόγων, πατέρων, στοχαστών εμπειρικά (βιωματικά) βεβαιώνουν την αλήθεια της Υπόσχεσης, αυτό αποτελεί μια καλή ενθάρρυνση.


Σέβομαι κάθε συνεπή αθεϊστή, αγνωστικιστή, μηδενιστή. Σέβομαι κάθε κριτικό αμφισβητία, κάθε γενναίο αρνητή της χειραγώγησης.


Μα αν η ζωή του εφήμερου και της φθοράς δεν μπορεί να προσφέρει πληρότητα, αν το ορατό δεν ικανοποιεί το ανικανοποίητο, τότε τι άλλο μένει εκτός από την ψηλάφηση του αόρατου;


Χριστός Ανέστη!

Ρομπέν


Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

HOLY


Μεσημέρι, χτυπάει το τηλέφωνο.


- Καλησπέρα σας.

- Καλησπέρα.

- Είστε ο κύριος Ρομπέν;

- Μάλιστα.

- Των Κυριακών;

- Ο ίδιος.

- Σας τηλεφωνούμε από την HOL για την κατάργηση των παγίων του ΟΤΕ.

- Εννοείτε ότι η HOL καταργεί τα πάγια του ΟΤΕ;

- Ακριβώς, κύριέ μου.

- Σας συγχαίρω! Άγιο το έργο σας. HOL-Y!

- Ε, χμ, όχι κι έτσι…

- Ω, μα μην είστε μετριόφρων. Μεταξύ συναδέλφων…

- Συναδέλφων;

- Ε, κάποια πείρα έχω κι εγώ από την αναδιανομή του πλούτου υπέρ των φτωχών. Καταλαβαίνετε.

- Εε, ναι, ναι… Αλλά…

- Θεωρήστε με σύμμαχο. Αν ο ΟΤΕ σας πολεμήσει, θα θέσω το τόξο μου στην υπηρεσία σας.

- Με εμπαίζετε;

- Καθόλου.

- Καλά όλα αυτά, σύνδεση θα κάνετε;

- Σύνδεση; Τι εννοείτε;

- Σας είπα, είμαι από την HOL.

- Και καταργείτε τα πάγια του λαού.

- Ναι. Όχι!

- Ναι ή όχι;

- Ε, με γανιάσατε, κύριέ μου! Κάνετε πώς δεν καταλαβαίνετε; Αν υπογράψετε συμβόλαιο στην εταιρία μας, τότε θα απαλλαχθείτε από το πάγιο του ΟΤΕ.

- Πωλητής είστε, κύριε;

- Εμ, τι είμαι; Σταυροφόρος;

- Έτσι παρουσιαστήκατε. Ως απελευθερωτής.

- Τη δουλειά μας κάνουμε.

- Μεταξύ συναδέλφων τώρα: Έτσι που το σερβίρετε το παραμύθι, μασάει ο κόσμος;

- Μεταξύ συναδέλφων: Δεν μπορείς να φανταστείς, ρε φίλε, πόσες γιαγιάδες πετάνε τη σκούφια τους και λένε ναι!

- Πώς δεν πήρε χαμπάρι ο ανταγωνισμός, να κάνει το ίδιο;

- Αστειεύεσαι, συνάδελφε; Όλοι το ίδιο κάνουν.

- Τι μου λες; Καημένες γιαγιάδες!

- Γιατί καημένες; Μια φορά, το πάγιο το γλιτώνουν.

- Δηλαδή, καλό τους κάνετε.

- Δεν είναι προφανές;

- Τότε γιατί δεν τους λέτε από την αρχή όλη την αλήθεια;

- Γιατί θα μπερδευτούν. Δεν ξέρουν.

- Δεν ξέρουν το καλό τους;

- Ακριβώς.

- Χμμ, κι ο φασισμός τέτοια επιχειρήματα χρησιμοποιεί.

- Παρεκτρέπεσαι συνάδελφε!

- Συγνώμη. Το δοκιμάσατε τουλάχιστον;

- Τι να δοκιμάσουμε;

- Την αλήθεια.

- Αμέ!

- Και τι έγινε;

- Ένα θα σου πω. Μια γιαγιά μου είχε πει το αμίμητο: «Εγώ με τον ΟΤΕ γεννήθηκα, με τον ΟΤΕ θα πεθάνω!»

- Σοβαρά;

- Λόγω τιμής. Αυτό είναι το επίπεδο!

- Τι τραβάτε κι εσείς!

- Ψέματα; Τελικά, τι θα γίνει με τη σύνδεση;

- Ασ’ το, συνάδελφε.

- Γιατί, συνάδελφε; Θες ντε και καλά να πληρώνεις πάγιο;

- Πού να σου εξηγώ τώρα. Θα μπερδευτείς. Δεν ξέρεις.

- Δεν ξέρω τη δουλειά μου;

- Τη δουλειά σου την ξέρεις. Το καλό μου δεν ξέρεις. Και ούτε που σε νοιάζει, άλλωστε.

- Όπως νομίζετε. Ευχαριστούμε που καλέσατε.

- Εσείς καλέσατε.

- Σωστά.


Ρομπέν


Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

Περί συμφέροντος


"Πάντα μοι έξεστιν, αλλ' ου πάντα συμφέρει."
Όλα έχω εξουσία να τα πράττω, δεν συμφέρουν όμως όλα.
(Α΄ Προς Κορινθίους, Κεφ. στ΄, στιχ. 12)

Ο απόστολος Παύλος προτείνει εδώ το συμφέρον ως οδηγό των πράξεων. Αυτό εκ πρώτης ξενίζει. Γιατί ο απόστολος της αγάπης μιλάει για συμφέρον; Μοιάζει η γλώσσα του γλώσσα εμπόρου, τραπεζίτη.

Η αλήθεια είναι ότι όλοι κάτι επιδιώκουμε σε αυτή τη ζωή. Άλλος τα φράγκα, άλλος τη βασιλεία των ουρανών. Με αυτή την ευρεία έννοια, όλοι το συμφέρον μας κυνηγάμε.

Η διαφορά έγκειται στο αντικείμενο του πόθου: το περιεχόμενο που δίνει καθένας στη λέξη συμφέρον. Σύμφωνα με αυτό το περιεχόμενο διαμορφώνονται τα πρόσωπα και οι κοινωνίες.

Ο Χρήστος Γιανναράς ορίζει θεμελιώδη διαφορά τρόπου του βίου και, συνάμα, κριτήριο διάκρισης ποιοτήτων: από τη μια μεριά η ζωή ως σχέση και από την άλλη μεριά η ζωή ως ιδιοτέλεια. Παρεμπιπτόντως, το δίπολο σχέση-ιδιοτέλεια δεν είναι άλλο από το αρχαιοελληνικό πολίτης-ιδιώτης επενδυμένο με νήματα μεταφυσικής σημαντικής.

Αν το κίνητρο είναι η έκσταση της σχέσης, δηλαδή η αγάπη, ο έρως για την ετερότητα, τότε το πρόσωπο κινείται προς την ελευθερία και η κοινωνία γίνεται όντως κοινωνία, δηλαδή ένα σύνολο μετεχόντων σε κοινό και κοινωφελές άθλημα. Το συμφέρον του ενός γίνεται συμφέρον όλων.

Αν, αντίθετα, το κίνητρο είναι η ιδιοτέλεια, δηλαδή η επιδίωξη πλούτου, ηδονής και αυτοβεβαίωσης, τότε το πρόσωπο κινείται προς την απομόνωση και τη δουλεία και η κοινωνία είναι μόνο κατ’ όνομα κοινωνία, ενώ κατ’ ουσία ακοινωνησία, καταδικασμένη σε μαρασμό και διάλυση. Το συμφέρον του ενός γίνεται συμφέρον κανενός.

Καθένας έχει την εξουσία, λέει ο Παύλος, να πράττει όπως γουστάρει, και κανείς δεν θα τον εμποδίσει να επιλέξει την ιδιοτέλεια, αντί για τη σχέση. Μα, ας έχει υπόψη, συμπληρώνει ο απόστολος, ότι μια τέτοια επιλογή δεν τον συμφέρει. Δεν τον συμφέρει με μια βαθειά υπαρξιακή έννοια όχι με μια ρηχή χρηματοοικονομική-ματεριαλιστική.

Δεν είμαι θεολόγος ούτε επαρκώς διαβασμένος, αλλά μου φαίνεται ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Πολύ πιθανό να κάνω λάθος.

Ρομπέν


ΥΓ: Προφανώς έχω κατακλέψει από τον Γιανναρά ιδέες και λέξεις.