Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Ρατσισμός: Πραγματικότητα ή εύκολη ταμπέλα;

.
 
Αν ο άνθρωπος δεν είναι πλασμένος για την ελευθερία,
γιατί η ψυχή τη λαχταράει τόσο;
Μα αν είναι πλασμένος για την ελευθερία,
γιατί τόση σκλαβιά;


Νιώθω την ανάγκη να δηλώσω ευθαρσώς ότι διαφωνώ κάθετα με τη μετανάστευση των Korowai στη χώρα μου. Οι Korowai είναι μια μαύρη φυλή κανίβαλων της Ινδονησίας (ψάξε στο google – έτσι τους βρήκα κι εγώ, δεν είμαι η Δομή). Μήπως είμαι ρατσιστής; Μα δεν με ενοχλεί το χρώμα τους. Ο Σίντεϊ Πουατιέ μου φαίνεται πολύ συμπαθής. Ο Γούεσλι Σνάιπς επίσης. Ο Μόργκαν Φρίμαν και ο Γουίλ Σμιθ, η μακαρίτισσα Γουίτνι Χιούστον, ο Μάτζικ Τζόνσον και ο Μάικλ Τζόρνταν, ένας μαύρος παθολόγος στο ΙΚΑ που πήγαινα μικρός και ο Γρηγόρης, ένας συνομήλικος μαύρος που γνώρισα σε κάποιες διακοπές μου στο Πλωμάρι, μου φαίνονται όλοι συμπαθέστατοι. Η Χάλε Μπέρι μου φαίνεται κάτι παραπάνω από συμπαθέστατη, αλλά δεν θα επεκταθώ. Ομολογώ, πάντως, ότι ουδέποτε συμπάθησα τον Μάικλ Τζάκσον, ούτε ως μαύρο ούτε ως λευκό. Για να επανέλθω, δεν με ενοχλεί το χρώμα των ανθρωποφάγων. Με ενοχλεί το γεγονός ότι τρώνε ανθρώπους. Θα με ενοχλούσαν εξίσου λευκοί, κίτρινοι ή ερυθρόδερμοι κανίβαλοι. Μήπως είμαι απεριόριστα ρατσιστής;

Είναι προφανές ότι προοδευτικά κερδίζει έδαφος στην ψυχή του λαού μας μια δυσφορία κατά των λαθρομεταναστών. Το ερώτημα είναι: τη δυσφορία τη γεννά το χρώμα των μεταναστών ή κάτι άλλο; Εκείνοι που βαπτίζουν ρατσιστές τους δυσφορούντες, έχουν προφανώς ήδη απαντήσει ότι το χρώμα είναι εκείνο που γεννά τη δυσφορία. Οπωσδήποτε υπάρχουν ανάμεσα στους δυσφορούντες και ρατσιστές, αλλά είναι ρατσιστές όλοι οι δυσφορούντες; Οι αυτόκλητοι αντιρατσιστές δεν βλέπουν κανένα πρόβλημα με τη λαθρομετανάστευση στη χώρα μας; Βλέπουν μόνο μία αθώα μείξη χρωμάτων; Αλήθεια, πού ζούνε;

Με το κείμενο αυτό θα επιχειρήσω να υποστηρίξω τα εξής:

- Ναι, υπάρχει και κάτι άλλο, εκτός από το χρώμα, που γεννά δυσφορία κατά των λαθρομεταναστών.
- Είναι φυσιολογικό να μεροληπτείς υπέρ των συμπατριωτών και κατά των ξένων. Δεν είναι απόκλιση. Απόκλιση είναι να προσπαθείς να εξισώσεις τα άνισα.
- Για τα φαινόμενα βίας κατά μεταναστών υπαίτιες είναι οι ελλαδικές κυβερνήσεις των τελευταίων είκοσι δύο ετών.


1. Ναι, υπάρχει και κάτι άλλο, εκτός από το χρώμα, που γεννά δυσφορία κατά των λαθρομεταναστών.

Τα γκέτο λαθρομεταναστών στο κέντρο της Αθήνας και σε άλλες πόλεις, η εγκληματικότητα που πηγάζει από αυτά, η υποβάθμιση της ζωής των παλιών κατοίκων, οι εικόνες εξαθλίωσης σε κάθε φανάρι, το κόστος της παραοικονομίας, η απειλή για τη δημόσια υγεία, η πολιτισμική σύγκρουση, οι εθνικοί κίνδυνοι τους οποίους εγκυμονεί μια ανεξέλεγκτη και ραγδαίως διογκούμενη μάζα αλλοεθνών και αλλοθρήσκων, όλα αυτά δεν συνιστούν κάτι άλλο; Στο χρώμα μείναμε; Ε, λοιπόν, όποιος, παραβλέποντας όλα αυτά, ενοχοποιεί το χρώμα για τη δυσφορία και κρίνει ρατσιστές τους δυσφορούντες είναι ο ίδιος ρατσιστής. Ακριβώς επειδή δίνει στο χρώμα τόσο μεγάλη σημασία. Ο μη ρατσιστής απλά δεν δίνει σημασία στο χρώμα, δεν το θεωρεί ούτε καλό ούτε κακό, το αποδέχεται ως πραγματικότητα, χωρίς να το εκλαμβάνει ως πρόξενο δεινών. Ο αντιρατσιστής, όμως, φαντάζεται ότι το χρώμα υπερισχύει, ως παράγων δυσφορίας, όλων των εντελώς πραγματικών συνθηκών που εκτέθηκαν στην αρχή της παραγράφου. Επομένως, στη δική του συνείδηση το χρώμα είναι όντως μια δύναμη που έλκει ή απωθεί, άρα διαχωρίζει. Αλλά αυτό είναι ρατσισμός. Ο «αντιρατσιστής» είναι ρατσιστής με αντεστραμμένη ρητορεία. Φυσικά, υπάρχουν και ρατσιστές με «ορθή» ρητορεία. Μα αυτό δεν απαλλάσσει τους «αντιρατσιστές» από τον ρατσισμό τους.

2. Είναι φυσιολογικό να μεροληπτείς υπέρ των συμπατριωτών και κατά των ξένων. Δεν είναι απόκλιση. Απόκλιση είναι να προσπαθείς να εξισώσεις τα άνισα.

Αν σε περίοδο λιμού σου περίσσευε ψωμί, θα το έδινες στον πεινασμένο αδερφό σου ή στον πρώτο τυχόντα περαστικό; Εγώ θα το έδινα στον αδερφό μου. Έτσι είμαστε εμείς, οι ρατσιστές. Ακραίοι. Παρακάτω: αν σου περίσσευε κι άλλο ψωμί, θα το έδινες σε έναν φίλο ή στον πρώτο τυχόντα; Στον γείτονα, στον ξάδερφο ή στον άγνωστο; Εγώ, πάντως, στον φίλο, στον συγγενή, στον γείτονα, κατά προτεραιότητα. Αν, αφού έτρωγαν όλοι αυτοί, περίσσευε κι άλλο, τότε θα έδινα και στον άγνωστο. Έτσι είμαστε εμείς, τα τέρατα ρατσισμού.

Ο άνθρωπος έχει ψυχή και η ψυχή, γενικά, έχει τους δικούς της νόμους, οι οποίοι θεσπίζονται στα βάθη που σκάβονται από την εμπειρία. Δεν είναι η ψυχή ένα αβαθές, επίπεδο καθρέφτισμα μιας χάρτας ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό σημαίνει ότι πρώτα νοιάζομαι τον αδερφό μου, γιατί πολύ απλά τον αγαπώ. Οφείλω ίσως να αγαπώ όλους τους ανθρώπους, αλλά η τέλεια αγάπη που δεν διακρίνει ανάμεσα σε αδερφό και ξένο και τους αγκαλιάζει και τους δυο με την ίδια ζεστασιά είναι ικανότητα που συναντάται σε ένα επίπεδο αγιότητας από το οποίο δεν θα ήθελα να μετρήσω πόσο απέχω. Μπορούμε να θεολογούμε ως το τέλος της αιωνιότητας, αλλά είναι, νομίζω, χρήσιμο, επίσης, να αναγνωρίσουμε και την πεζή πραγματικότητα. Στην οποία προηγείται ο αδερφός και ακολουθούν ο φίλος και ο συγγενής, ο γείτονας, ο συμπολίτης και ο συμπατριώτης. Κριτήρια είναι το κοινό και το οικείο. Η ψυχή αναζητά το κοινό («όμοιος ομοίω αεί πελάζει»), διψάει για το κοινό, και αναπαύεται στο οικείο. Η τριβή με το κοινό παράγει το οικείο. Κοινή γλώσσα, κοινή ιστορία, κοινές αξίες, κοινές εμπειρίες, κοινές μνήμες, κοινοί στόχοι είναι πόλοι συσπείρωσης. Σε αυτούς τους πόλους η συναναστροφή γεννά την οικειότητα. Πάνω στο πλέγμα κοινού και οικείου υφαίνονται οι δεσμοί. Δεσμοί οικογένειας, φιλίας, γειτονίας και κοινής πατρίδας. Αν αρχίσεις να ξηλώνεις το πουλόβερ, ακυρώνοντας την πατρίδα σαν έννοια παρωχημένη, σειρά έχουν κατόπιν η γειτονιά, η φιλία και η οικογένεια. Ώστε να φτάσεις, ακολουθώντας το νήμα, σε μια κοινωνία απαλλαγμένη εντελώς από διακρίσεις, όπου ο αδερφός και ο άγνωστος θα έχουν για σένα την ίδια αξία, μια κοινωνία χωρίς δεσμούς και προτεραιότητες κοινότητας, οικειότητας, εγγύτητας, μια ομογενοποιημένη και παστεριωμένη σούπα ξεκομμένων ατόμων. Αυτή είναι μια εικόνα πλήρους διάλυσης (αποσύνθεσης όλων των δομών) και μέγιστης αταξίας. Στη Φυσική μια τέτοια κατάσταση περιγράφεται ως κατάσταση μέγιστης εντροπίας και ονομάζεται θερμικός θάνατος. Όποιος επιδιώκει αυτή την κατάσταση είναι είτε ύποπτος είτε ηλίθιος.

3. Για τα φαινόμενα βίας κατά μεταναστών υπαίτιες είναι οι ελλαδικές κυβερνήσεις των τελευταίων είκοσι δύο ετών.

Για την απόδειξη αυτής της πρότασης θα επιστρατεύσουμε τα μαθηματικά. Στο σχήμα που ακολουθεί βλέπουμε μια καμπύλη Gauss, η οποία εκφράζει τη λεγόμενη «κανονική κατανομή» των τιμών ενός μεγέθους. Στον οριζόντιο άξονα έχουμε τις τιμές του μεγέθους και στον κάθετο την πιθανότητα εμφάνισης κάθε τιμής. Στο συγκεκριμένο σχήμα το μέγεθος είναι o ανθρώπινος δείκτης νοημοσύνης (IQ). Η πιο πιθανή τιμή IQ είναι η τιμή 100, όπως μας δείχνει η καμπύλη. Αυτή η τιμή χαρακτηρίζει τον «μέσο άνθρωπο». Στο δεξιό άκρο της καμπύλης, από 145 και πάνω, έχουμε τις ιδιοφυΐες, και στο αριστερό άκρο, από 55 και κάτω, τους καθυστερημένους (μεσαία έως βαριά καθυστέρηση). Ιδιοφυΐες είναι το 0,13% του πληθυσμού (χοντρικά ένας στους χίλιους), όσοι και οι καθυστερημένοι. Το 68,26% του πληθυσμού συνωστίζεται στις τιμές IQ από 85 έως 115. Είναι οι συνήθεις άνθρωποι, οι «κανονικοί».

 
Αν αντί για την κανονική κατανομή του IQ εξετάσουμε την κανονική κατανομή της αρετής στον πληθυσμό, τότε στη μέση θα είναι και πάλι οι «κανονικοί», στο δεξιό άκρο οι άγιοι και στο αριστερό τα κτήνη.

Ας θεωρήσουμε τώρα ότι στο σύστημά μας, που είναι ο πληθυσμός μιας χώρας, έστω της Ελλάδας, εισάγουμε μια διαταραχή, ας πούμε μια εισβολή λαθρομεταναστών, που αλλάζει το πρόσωπο και τον χαρακτήρα της πρωτεύουσας και άλλων μεγάλων πόλεων. Είναι μαθηματικά βέβαιον ότι αν δοθεί στο σύστημα αρκετός χρόνος, ώστε να γίνουν οι απαραίτητες ζυμώσεις, το αριστερό άκρο της κατανομής, δηλαδή οι καθυστερημένοι και τα κτήνη, θα αντιδράσει βίαια στη διαταραχή. Δεν χωράει καμιά συζήτηση για το αν θα συμβεί, το μόνο ερώτημα είναι το πότε.

Ομοίως, και επειδή οι κανονικές κατανομές ισχύουν και για τους λαθρομετανάστες, υπάρχουν και ανάμεσα σε κείνους καθυστερημένοι και κτήνη, όπως υπάρχουν ανάμεσα στους Έλληνες και μέσα σε κάθε λαό. Ίσως κάποιοι σοκαριστούν που γράφω ότι μεταξύ των λαθρομεταναστών υπάρχει ένα ποσοστό κτηνών και ηλιθίων, αλλά έτσι είμαστε εμείς, οι ύαινες του ρατσισμού.

Αν, λοιπόν, οδηγήσεις μια αρκούντως μεγάλη μάζα λαθρομεταναστών στην πείνα και στην εξαθλίωση, σε μια διαρκή αγωνία χωρίς διέξοδο, χωρίς ελπίδα, τότε είναι πάλι μαθηματικά βέβαιον, και απλά θέμα χρόνου, ότι το αριστερό άκρο της κατανομής των λαθρομεταναστών θα καταφύγει στη βία και στο έγκλημα. Δεν χωράει καμιά συζήτηση για το αν θα συμβεί, το μόνο ερώτημα είναι το πότε.

Από αυτή τη σχεδόν μαθηματική ανάλυση κρατάμε το εξής γενικό και αναπόδραστο συμπέρασμα: αν σε μια πολυάριθμη κατανομή ανθρώπων εφαρμόσεις πίεση, θα πάρεις βία. Είναι σαν να ρίχνεις ένα κέρμα σε αυτόματο πωλητή αναψυκτικών: ξέρεις τι δίνεις και ξέρεις τι θα πάρεις.

Συνεπώς, οι κυβερνήσεις των είκοσι δύο τελευταίων ετών, αρχής γενομένης από την υπουργία Σαμαρά στο Εξωτερικών, ο οποίος άνοιξε διάπλατα τα σύνορα, με τον εκσυγχρονιστή Σημίτη ακολούθως να υπερθεματίζει σε πνεύμα «φιλοξενίας» και με αποκορύφωμα τον επικίνδυνο λαθρονόμο Ραγκούση με τις ευλογίες του διεθνιστή ΓΑΠ, όλοι αυτοί οι πρωταγωνιστές μαζί με τους θιάσους τους, δια πράξεων και παραλείψεων εφάρμοζαν πίεση, που νομοτελειακά οδηγεί στη βία. Δεν χωράει συζήτηση και σούξου μούξου μανταλάκια. Στάθηκαν μπροστά στον αυτόματο πωλητή έριξαν το κέρμα και πάτησαν το κουμπί επιλογής αναψυκτικού. Τι περίμεναν να συμβεί; Τι στην ευχή θα μπορούσε να συμβεί; Είναι απολύτως υπεύθυνοι για ό,τι επακολούθησε. Όλα τα άλλα είναι λεπτομέρειες και πασατέμπος.

Και τι έπρεπε να γίνει, θα αναρωτηθεί κάποιος. Να δείξουμε μηδενική ανοχή στους μετανάστες; Οι μετανάστες βοήθησαν την οικονομία μας, θα αναφωνήσει ένας άλλος. Η άποψή μου είναι ότι ένα σοβαρό κράτος οφείλει να τηρεί μια ιδιαίτερα προσεχτική και μελετημένη στάση απέναντι στο μεταναστευτικό ζήτημα, γιατί το τελευταίο είναι ρυθμιστικός παράγοντας στην κοινωνία, στην οικονομία, στην άμυνα και στην εθνική υπόσταση. Το σοβαρό κράτος οφείλει αφενός να σταθμίσει την ικανότητα αφομοίωσης που έχει η κοινωνία, δηλαδή πόσους μετανάστες μπορεί να δεχτεί η χώρα χωρίς να τσιτωθούν δομές και λειτουργίες, και αφετέρου να μελετήσει ποιες ειδικότητες είναι χρήσιμες για την οικονομική δραστηριότητα. Στη συνέχεια ανακοινώνει την πρόθεση εισδοχής, εξετάζει τα αιτήματα, απορρίπτει ή εγκρίνει, και χορηγεί άδειες εισόδου και νόμιμα χαρτιά. Ταυτόχρονα κάνει το παν για να ελαχιστοποιήσει τις παράνομες ροές εισόδου, εστιάζοντας τόσο στην αποτελεσματική φύλαξη των συνόρων όσο και στη δημιουργία αντικινήτρων. Όταν υπογράφεις ακρίτως τη Σένγκεν και τα Δουβλίνο Ι και ΙΙ και ψηφίζεις λαθρονόμο που υπόσχεται περίπου αυτόματη χορήγηση ιθαγένειας, ουσιαστικά έχεις ανοίξει τις πόρτες και τα παράθυρα και έχεις κατεβάσει τα παντελόνια. Αν βγεις μετά και σκούζεις ότι σε βίασαν, απλά θα πιστοποιήσεις το απύθμενο της βλακείας σου. Στοιβάζεις ένα εκατομμύριο λαθρομετανάστες στο κέντρο της Αθήνας, χωρίς καμία μέριμνα. Τι είναι αυτοί, πυρηνικοί επιστήμονες; Ο αφρός της κοινωνίας από την οποία προήλθαν; Όχι. Είναι οι πιο απελπισμένοι, δηλαδή λογικά οι πιο φτωχοί, αμόρφωτοι και εξαθλιωμένοι. Κάποιοι έχουν πάρει μέρος σε πολέμους, έχουν δοκιμαστεί σε ιδιαίτερα σκληρά περιβάλλοντα, άλλοι έχουν ήδη θητεία στο λαθρεμπόριο και σε άλλα εγκλήματα πριν έρθουν στη χώρα μας. Πώς θα βγάλουν το ψωμί τους αυτοί οι άνθρωποι μέσα στην Αθήνα, πώς θα επιβιώσουν; Ποιος θα τους προσλάβει, βάσει ποιων προσόντων; Ας μην αναφερθούμε στα κυκλώματα που τους διακινούν και τους εκμεταλλεύονται. Με δεδομένα όλα αυτά, προκαλεί άραγε έκπληξη το ότι η πλειοψηφία των λαθρομεταναστών σχηματίζει γκέτο και καταλήγει στην επαιτεία και στο έγκλημα; Προκαλεί έκπληξη η δυσφορία των Ελλήνων για το κατάντημα της γειτονιάς τους, της πόλης τους, της χώρας τους; Προκαλεί έκπληξη η παρεκτροπή κάποιων Ελλήνων σε ανάρμοστες συμπεριφορές ή και στη βία κατά μεταναστών; Δεν ρωτάω αν τα έκτροπα είναι δικαιολογημένα και αποδεκτά, ρωτάω αν προκαλούν έκπληξη.

Η μόνη έκπληξη είναι ότι Έλληνες στοχαστές, σπεύδοντας με επαρχιώτικη λαχτάρα να εμφανιστούν διάπυροι υποστηρικτές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χαρίζουν στην ανθρωπότητα σπάνιας εμβρίθειας και πληρότητας αναλύσεις, οι οποίες με αδιάσειστα επιχειρήματα καταδεικνύουν τη ρίζα του προβλήματος, που δεν είναι άλλη από το εξής απλούστατο, μονοδιάστατο και εξόχως αποκαλυπτικό: οι Έλληνες, ως λαός, έχουν γίνει εσχάτως, αν δεν ήταν πάντα, ρατσιστές. Η έκπληξη είναι που αυτοί οι στοχαστές δεν έχουν ακόμα βραβευθεί με το Νόμπελ Κοινωνιολογίας. Τι κι αν δεν υπάρχει; Να θεσπιστεί!

Διάβασα και αυτό το παραλήρημα της Κανέλλη και απόρησα με τη ρηχότητα (καθώς και με τη λαϊκίστικη μελοδραματικότητα) της προσέγγισης από μια δημοσιογράφο που μας έχει συνηθίσει σε μεγαλύτερα βάθη. Γνωρίζω ότι έχουμε καύσωνα, αλλά περίμενα τη Λιάνα πιο ανθεκτική – αφού, μετά από τρισεκατομμύρια τσιγάρα και τα μπουκέτα του Κασιδιάρη είναι ακόμα όρθια.

Αγαπητή κυρία Κανέλλη, δηλώνω υπευθύνως ότι ουδέποτε προσέλαβα ή χρησιμοποίησα ή εκμεταλλεύτηκα λαθρομετανάστη για να ξεσκατίσει τη μάνα μου, να μαζέψει τον κήπο μου (τον μαζεύω μόνος κι έχω φουσκάλες στα χέρια, αν αυτό σας λέει κάτι), να πλύνει το αυτοκίνητό μου, να κρατήσει ζωντανό το χωράφι μου, να κάνει πόρτα στο μαγαζί μου, να πλύνει τις σκάλες μου ή να βάψει το σπίτι μου. Κερδίζω το δικαίωμα να είμαι δυσαρεστημένος που η χώρα μου έχει καταντήσει χωματερή ανθρώπων και θερμοκήπιο εγκληματικότητας; Και τι άραγε φταίει που, ώρες-ώρες, μπερδεύομαι και δεν ξέρω αν βρίσκομαι στην Ελλάδα ή στη Νιγηρία ή στο Μπαγκλαντές; Θα μου πείτε, μάλλον φταίει η διαταραγμένη μου διάνοια και ο στρεβλός ψυχισμός μου: έτσι είμαστε εμείς, οι μουτζαχεντίν του ρατσισμού.

Ρομπέν
.

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Το λυκόφως της πολιτικής

.
Η έμμονη και άνανδρη επίθεση των κυβερνήσεων Παπανδρέου, Παπαδήμου και Σαμαρά plus (όπου στο plus στριμώχνονται Βενιζέλος και Κουβέλης) στο εισόδημα των συνταξιούχων σημαίνει την κατά κράτος ήττα των κυβερνήσεων αυτών και της πολιτικής εν γένει, σε πολλά επίπεδα:

1. Η επίθεση αυτή είναι ανάρμοστη, αν όχι και παράνομη. Γιατί οι συντάξεις δεν είναι μια παροχή καλής θέλησης, σαν να λέμε ελεημοσύνη, αλλά επιστροφή εισφορών που έχουν παρακρατηθεί, επενδυθεί και αυγατίσει.

2. Οι συνταξιούχοι είναι η πιο ευαίσθητη ηλικιακή ομάδα του ενήλικου πληθυσμού. Δεν έχουν πια τη φυσική δυνατότητα να εργαστούν ή να μεταναστεύσουν. Δηλαδή, δεν έχουν κανένα περιθώριο αντίδρασης, καμία επιλογή. Βρίσκονται στο έλεος της κοινωνίας και της πολιτικής. Όμως έχουν πράξει το καθήκον τους: εργάστηκαν και πλήρωσαν ένσημα, βέβαιοι ότι η κοινωνία θα τηρήσει τη συμφωνία και ανάλογα θα ανταποδώσει, όταν θα έρθει γι’ αυτούς η ώρα της ανημπόριας. Με βάση αυτή τη βεβαιότητα κάθε εργαζόμενος αποδέχεται θυσίες στο παρόν αντλώντας κουράγιο από την προοπτική της ελευθερίας από ωράρια, την προοπτική να απολαύσει τους καρπούς των κόπων του, αν προλάβει, πριν φύγει από τον μάταιο τούτο κόσμο. Είναι ιερό δικαίωμα αυτή η προσδοκία, είναι το δικαίωμα της δίκαιης ανταμοιβής, δηλαδή της αμοιβής αντί προσφοράς, προσφοράς που έχει προηγηθεί. Είναι άγιο το σχήμα εδώ: πρώτα δίνω και μετά λαμβάνω, όχι πρώτα λαμβάνω και μετά δίνω ή, ακόμα χειρότερα, μόνο λαμβάνωαρπάζω). Η επίθεση στο εισόδημα των συνταξιούχων είναι ηθικό έγκλημα. Πρώτον, γιατί, όπως αναφέρθηκε, είναι αδύναμοι, εγκλωβισμένοι στους περιορισμούς της ηλικίας. Δεύτερον, γιατί η αθέτηση της υπόσχεσης της ανταμοιβής έχει τεράστιο σημειολογικό βάρος, ικανό να κλονίσει τα θεμέλια της κοινωνικής ευρυθμίας. Τρίτον, γιατί ο συνταξιούχος δεν έχει άλλη ευκαιρία: με την εμπιστοσύνη του στο δίκαιο και στους θεσμούς προδομένη, με τα όνειρά του ακυρωμένα, χωρίς χρονικό περιθώριο για νέα όνειρα, χωρίς ελπίδα, χωρίς αντοχή, αντιλαμβάνεται πως το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής θα είναι ίσως το πιο σκοτεινό, και πως τον περιμένουν καθημερινή αγωνία, κατάθλιψη, στέρηση και κακουχία. Τέταρτον, γιατί η καταδίκη των γερόντων, δια της απαλλοτρίωσης του μόχθου τους, αποφασίζεται από ακαμάτηδες, ανεπάγγελτους, ανίκανους και ασπόνδυλους, δηλαδή από τους πλέον ακατάλληλους να αξιολογήσουν τον μόχθο και τη σημασία του, αφού ουδέποτε τον γνώρισαν.

3. Η μόνιμη αμηχανία των κυβερνώντων, η κραυγαλέα αδυναμία τους να βρουν μια κάποια λύση, πέρα από την εύκολη έφοδο στα ημιθανή μέλη της αγέλης, μέθοδος που εφαρμόζεται με καλά ποσοστά επιτυχίας από τα άγρια θηρία στη ζούγκλα, μαρτυρά τη μνημειώδη ανεπάρκειά τους και τη σκανδαλώδη ακαταλληλότητά τους για τις θέσεις ευθύνης που κατέχουν.

4. Η επίθεση στους συνταξιούχους είναι παντελώς ατελέσφορη, αν υποθέσουμε ότι ο στόχος είναι η σωτηρία της ελληνικής οικονομίας (είναι, άραγε;). Κοντεύουν τα 2,5 εκατομμύρια οι συνταξιούχοι στην Ελλάδα σήμερα. Με τον ακρωτηριασμό των συντάξεων και τις άγριες φοροεπιδρομές η καταναλωτική ευχέρειά τους τείνει στο μηδέν. Οικονομολόγος δεν είμαι και ίσως γι’ αυτό αδυνατώ να αντιληφθώ πώς μπορεί να ορθοποδήσει μια οικονομία, όταν ο πληθυσμός φτωχοποιείται και αποστεγνώνεται. Προφανώς λόγω ασχετοσύνης, έχω την εντύπωση ότι η οικονομία τρέφεται από τη συναλλαγή, από την κατανάλωση.

5. Η επίθεση στους συνταξιούχους θα αποδειχτεί, επιπλέον, κατά πάσα πιθανότητα, αυτοκαταστροφική για τα κόμματα της συμπολίτευσης, αφού οι στατιστικές των τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων αναδεικνύουν τους συνταξιούχους ως την κύρια δεξαμενή ψηφοφόρων των πράσινων και γαλάζιων ολετήρων. Γεγονός που σημαίνει ότι, ενδεχομένως λόγω ηλικίας, άνοιας, αρτηριοσκλήρωσης ή απλά μαλακίας, οι συνταξιούχοι αργούν να ξυπνήσουν από τον λήθαργο. Αλλά οι φωστήρες στα κέντρα λήψης αποφάσεων κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να επιταχύνουν τη διαδικασία της αφύπνισης. Ώστε στις επόμενες εκλογές τους μισούς συνταξιούχους θα τους έχουν ξεκάνει και τους άλλους μισούς θα τους έχουν πυραυλικώς ωθήσει πολύ μακριά από τα γαλαζοπράσινα λάβαρα της σήψης και του ολέθρου.

Πώς ονομάζεις έναν στρατό που, επειδή αδυνατεί να υποτάξει στη μάχη τον ένοπλο αντίπαλο, επιτίθεται στους αμάχους και εκτελεί γέρους και παιδιά; Πώς ονομάζεις έναν πατέρα που, επειδή δέχεται καταπίεση στη δουλειά, όταν επιστρέφει στο σπίτι ξυλοφορτώνει, για να εκτονωθεί, τη γυναίκα του και το παιδί του; Πώς ονομάζεις μια κυβέρνηση που, επειδή δεν έχει την ψυχή, το μυαλό και τα παπάρια να αναζητήσει λύσεις στα προβλήματα, ρουφάει το αίμα των αδυνάμων, απλά για να επιβιώσει άλλη μια μέρα, σαν το παρασιτικό κουνούπι ή σαν την ύαινα, που τρέφεται με ψοφίμια, για να μην μπει στον κόπο κυνηγήσει;

Έχει ειπωθεί και έχει γραφτεί ότι μια κοινωνία κρίνεται από τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται στα ασθενέστερα μέλη της. Με τούτο το κριτήριο, πώς κρίνεται η ελλαδική κοινωνία σήμερα; Αξίζει να συνεχίσουμε πάνω σε αυτόν τον δρόμο, όταν κάθε έννοια ηθικής έχει κουρελιαστεί, όταν οι αρχές που κάποτε στήριζαν τον κοινωνικό βίο έχουν βάναυσα καταπατηθεί και όταν ακόμα και η λογική ακυρώνεται από αυτό το ελεεινό και τρισάθλιο σινάφι ανέραστων, ψυχοπαθών, ανάπηρων μισανθρώπων που ορίζει τις τύχες του ελληνικού λαού;

Στην ελλαδική γη έσκισε κάποτε τον αέρα η κραυγή «ελευθερία ή θάνατος!». Και η κραυγή έγινε πράξη, ποτισμένη με αίμα ηρώων. Η ιστορία διδάσκει ότι μια πολιτική με συστατικά μόνο την υποχωρητικότητα, τη δουλοπρέπεια και τον κατευνασμό τελικά δεν αποδίδει. Αν ποτέ και τίποτα δεν διεκδικείς, είσαι καταδικασμένος σε αφανισμό. Δεν έχει σημασία αν μας αρέσει ή δεν μας αρέσει αυτή η συνεπαγωγή, σημασία έχει ότι ισχύει. Από τη στιγμή που δεχόμαστε να καταντούν οι παππούδες μας ρακοσυλλέκτες, να μένουν οι άρρωστοί μας χωρίς φάρμακα, οι μαθητές μας χωρίς βιβλία και ο στρατός μας χωρίς ανταλλακτικά και καύσιμα, έχουμε ιστορικά τελειώσει.

Οι λαοί δεν προχωρούν με μέτρα εξόντωσης. Οι λαοί προχωρούν με ένα όραμα. Η επαναφορά του ελληνικού χρέους στο 120% του ελληνικού ΑΕΠ το 2020 είναι αυτή τη στιγμή η μόνη επίσημη πρόταση οράματος. Όχι μόνο ως όραμα δεν μπορεί να σταθεί, αλλά ούτε ως κακόγουστο αστείο. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι ο στόχος είναι επιτεύξιμος (που δεν είναι), είναι σαν να υπόσχεσαι σε κάποιον που ψυχορραγεί εδώ και τώρα στο πεζοδρόμιο ότι σε δέκα χρόνια, αν και εφόσον όλα πάνε περίφημα, ίσως να καταφέρεις να του δώσεις μια ασπιρίνη. Χαράς ευαγγέλια για τον ψυχορραγούντα!

Ο λαός μας είτε έχει αμετάκλητα μεταλλαχτεί και απωλέσει την ψυχή του είτε τελεί εν υπνώσει. Όποιος δέχεται το πρώτο αποσύρεται ησύχως στο σκοτάδι και περιμένει το φυσικό τέλος. Όποιος πιστεύει το δεύτερο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του, για να επιταχύνει την εθνεγερσία. Η μάχη δίνεται στις παρέες, στις πλατείες και στις κάλπες. Όπλα είναι η ενημέρωση, η εγρήγορση, το κριτικό πνεύμα, η λογική και η αρετή. Του ερωτήματος «τι πρέπει να κάνουμε;» προηγείται το «ποιοι πρέπει να γίνουμε;». Όταν θα γίνουμε αυτοί που πρέπει να γίνουμε, θα μπορούμε πιο εύκολα να διακρίνουμε το τι πρέπει να κάνουμε, ενώ τώρα δυσκολευόμαστε να το διακρίνουμε, γι’ αυτό και πέφτουμε σε απραξία και απόγνωση. Απλά είναι λάθος η αφετηρία. Το σωστό είναι να ξεκινήσουμε από αυτό που ο καθένας ελέγχει σχεδόν απόλυτα, δηλαδή από την προσωπική διαμόρφωση του εαυτού, για να φτάσουμε σε αυτό που πιο δύσκολα γεννιέται, μορφώνεται, ελέγχεται και προστατεύεται, δηλαδή τη συλλογική δράση. Φαίνεται ότι σήμερα δεν υπάρχει συλλογικό υποκείμενο έτοιμο να σηκώσει το βάρος αποτελεσματικής συλλογικής δράσης. Συνεπώς, δεν έχει νόημα να μας απασχολεί τώρα το είδος της συλλογικής δράσης. Προτεραιότητά μας είναι να χτίσουμε το συλλογικό υποκείμενο, ξεκινώντας από την προφανή αφετηρία, τη βασική δομική μονάδα, που είναι το πρόσωπο, και δη ο εαυτός. Ο χρόνος πιέζει. 

Ρομπέν
.

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

Κοντογιώργης στο kontra channel

.

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012