Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

Ας θρηνήσουμε

.
Ας θρηνήσουμε

Αγγέλους πεσμένους
Νεκρούς λατρεμένους
Μεγαλεία στη λάσπη θαμμένα

Ας θρηνήσουμε

Έρωτες προδομένους
Αδελφούς πουλημένους
Παντοτινά που ’γιναν περασμένα

Ας θρηνήσουμε

Για του χρόνου τη χάση
Για της απώλειας τη βιάση
Για καθάρια που θόλωσαν βλέμματα

Ας θρηνήσουμε

Γι’ αυτούς που υποφέρουν
Και για όσους δεν ξέρουν
Για αλήθειες που γίνανε ψέματα

Ας θρηνήσουμε

Ρομπέν



.

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

Γιατί αλήθεια;


Στη σημερινή του επιφυλλίδα στην «Καθημερινή» ο Χρήστος Γιανναράς για άλλη μια φορά αναφέρεται στα δύο άκρα αντίθετα: «κοινωνία της χρείας» απέναντι στην «πολιτική κοινωνία». Ατομοκεντρική χρησιμοθηρία απέναντι στο κοινό «άθλημα αληθείας». Αυτό το δίπολο αποτελεί πάγιο κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο ξετυλίγει τη σκέψη του ο δάσκαλος.


Αλλά γιατί; Γιατί να είναι ανώτερη η πολιτική κοινωνία, σημαντικό το άθλημα αληθείας; Επειδή το λέει και το γράφει ο Γιανναράς; Όσο γοητευτικός και αν είναι ο λόγος του, δεν είναι λόγος αρκετός.


Υποθέτω ότι η φιλοσοφία, η ιστορία, η κοινωνιολογία έχουν να παραθέσουν επιχειρήματα υπέρ της πολιτικής κοινωνίας και κατά της κοινωνίας της χρείας. Αλλά αυτά ίσως να ακούγονται πολύ αφηρημένα.


Χρειαζόμαστε ένα απτό και καθημερινό κριτήριο που με πειστικό τρόπο θα ιεραρχεί την αλήθεια και την ατομοκεντρική χρησιμοθηρία στην κλίμακα των αξιών μας. Του καθενός από μας.


Η ατομοκεντρική χρησιμοθηρία μπορεί να εξασφαλίσει πολλά οφέλη στο άτομο: πλούτο, φήμη, αναγνώριση, εξουσία. Γι’ αυτό, άλλωστε, είναι τόσο δημοφιλής.


Αλλά ιδού το ερώτημα, που ταυτόχρονα είναι απτό και καθημερινό κριτήριο: Ποιον προτιμάς να συναναστρέφεσαι, τον εγωκεντρικό χρησιμοθήρα ή τον αθλητή της αλήθειας; Όταν έχεις ανάγκη, σε ποιον στρέφεσαι; Από ποιον μαθαίνεις, ποιος σε αναπαύει, ποιος κάνει τη ζωή σου να αξίζει; Ποιον θα ήθελες να έχεις συγκάτοικο στη φυλακή, συμπολεμιστή στο χαράκωμα, σύντροφο στις τελευταίες στιγμές σου;


Τον εγωκεντρικό χρησιμοθήρα που έχει καταφέρει να αποκτήσει πλούτο, φήμη και δύναμη πολλοί τον θέλουν δίπλα τους για λόγους προβολής, άρα ματαιοδοξίας. Για να κερδίσουν επαγωγικά λίγη δόξα. Να θεαθούν, να φωτογραφηθούν, να συζητηθούν. Όταν στο τιμόνι είναι τα ταπεινά ένστικτα, ο εγωκεντρικός χρησιμοθήρας είναι ο καλύτερός μας φίλος. Ίσως.


Μα όταν η ψυχή πεινάει και διψάει, όταν η ύπαρξη επείγεται να βρει νόημα, τότε μόνο ο αθλητής της αλήθειας μπορεί να προσφέρει παρηγοριά.


Αυτό είναι το θέμα. Η κοινωνία της χρείας μπορεί να γεμίσει τον ντουνιά «πετυχημένους», πρωταθλητές της κατανάλωσης και της ικανοποίησης των ενστίκτων. Μα στο τέλος θα τους εγκαταλείψει κι αυτούς και όσους τους περιβάλλουν μόνους, ανικανοποίητους, προδομένους, παραδομένους στην κόλαση της ματαιότητας, ζωντανούς νεκρούς. Η κοινωνία της χρείας παράγει άτομα και μοναξιά.


Αντίθετα, η πολιτική κοινωνία (το άθλημα αληθείας) παράγει σχέση. Δασκάλους και μαθητές. Φίλους. Αδελφούς. Η πολιτική κοινωνία ακυρώνει τη μοναξιά. Φτάνει μέχρι να αψηφήσει τον θάνατο.


Καθένας επιλέγει.


Ρομπέν


Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

Οι ξετσίπωτοι και οι ηλίθιοι


Τον Βασίλη Παπαγεωργόπουλο ουδέποτε τον χώνεψα. Μου ενέπνεε πάντα τη βεβαιότητα ότι είναι ανύπαρκτος. Μια καρικατούρα από την παρέα του Ρότζερ Ράμπιτ. Ατσαλάκωτος.

Υπεξαιρέθηκαν τουλάχιστον 22,5 εκατομμύρια ευρώ από τον Δήμο Θεσσαλονίκης, μαθαίνουμε. Ακόμη ψάχνουν λεφτά κι ενόχους. Επίσης, ο Δήμος είναι καταχρεωμένος. Επιπλέον, με τη στέρηση φορολογικής ενημερότητας, λόγω ατασθαλιών, και τη συνακόλουθη αδυναμία να εκταμιεύσει δάνεια και να εισπράξει ευρωπαϊκά κονδύλια, ο Δήμος κινδυνεύει να κηρύξει πτώχευση, να βάλει λουκέτο.

Οργή Παπαγεωργόπουλου ήταν η αντίδραση σε όλα αυτά. Όχι παραίτηση, όχι συστολή, όχι προσευχή και μετάνοια. Οργή.

Και ας δεχτούμε, κινδυνεύοντας να χαρακτηριστούμε βόδια, ότι ο δήμαρχος δέκα χρόνια τώρα δεν πήρε πρέφα ότι από το μαγαζί του κάνουν φτερά εκατομμύρια ευρώ. Συνεπώς, δεν φέρει νομική και ηθική ευθύνη. Το γεγονός, όμως, ότι δέκα χρόνια τώρα δεν πήρε πρέφα ότι από το μαγαζί του κάνουν φτερά εκατομμύρια ευρώ κάτι δηλώνει για τις ικανότητες του αντρός ή για το βαθμό ενασχόλησής του με το λειτούργημά του (το κατ’ όνομα). Συνελόντι ειπείν, ο κ. Παπαγεωργόπουλος υπήρξε είτε συνένοχος είτε ανίκανος είτε απών. Άλλη δυνατότητα δεν βρίσκω. Όποιο από τα τρία και αν ισχύει, και εφόσον (όποιο από τα τρία) με τόσο κραυγαλέο κι οδυνηρό τρόπο δημόσια καταδεικνύεται, επιβάλλει την άμεση παραίτηση του δημάρχου. Και των εμπλεκόμενων συνεργατών του.

Μα ο δήμαρχος δεν παραιτείται. Οργίζεται. Τίποτα δεν μας χρωστάει. Του χρωστάμε. Σωστά. Έτσι είναι. Ο δήμαρχος δεν είναι χτεσινός. Γνωρίζει.

Ότι ο φαύλος κύκλος της φαυλότητας διαγράφεται και διαιωνίζεται αναμεταξύ δύο πόλων: της ξετσιπωσιάς και της ηλιθιότητας. Χρειάζονται ξετσίπωτοι στην εξουσία, για να παράγονται ηλίθιοι στη μάζα. Και χρειάζονται ηλίθιοι στη μάζα, για να αναρριχώνται ξετσίπωτοι στην εξουσία.

Κι εφόσον στην εξουσία είναι καταφανέστατα ξετσίπωτοι, μάντεψε τι σημαίνει αυτό για μας.

Ρομπέν

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2009

Προς το απόλυτο μηδέν


Δεν είναι δυνατόν να εργαστείς στην Ελλάδα. Παράτησέ τα. Πάρε τα βουνά. Φύγε στο εξωτερικό. Γίνε παράσιτο. Δεν υπάρχει λύση.


Αν η δουλειά σου απαιτεί διανοητική συγκέντρωση, είσαι καταδικασμένος στην απαύδηση, που σταδιακά οδηγεί στην παραίτηση κι από κει στην πλήρη αδράνεια.


Πώς είναι δυνατόν να κάνεις μια δουλειά που απαιτεί συγκέντρωση, απερίσπαστη εστίαση; Εκεί που στύβεις το μυαλό σου να βρεις τη λύση σε ένα πρόβλημα, χτυπάει το τηλέφωνο. Η τάδε εταιρία τηλεφωνίας ή η δείνα τράπεζα θέλει να σου πουλήσει. Αυτό συμβαίνει τουλάχιστον 2-3 φορές την ημέρα, κάθε μέρα. Όσο και αν προσπαθήσεις να τους πείσεις ότι δεν ενδιαφέρεσαι, θα σου τηλεφωνήσουν ξανά μετά από λίγες μέρες. Η οδηγία που τους έδωσαν στην εκπαίδευση είναι «αν δεν σας βρίσουν χυδαία, συνεχίστε να τους τηλεφωνείτε».


Είναι καλοκαίρι και τα παράθυρα ανοιχτά. Έξω πόλεμος. Κοινωνικά ανάπηροι, εγωμανείς υπάνθρωποι με μοτόρια που διατρυπούν το τύμπανο και ταράζουν συθέμελα την ψυχή. Φορτηγά-ψυγεία που παρκάρουν κάτω από το μπαλκόνι με ανοιχτή τη μηχανή, για να ξεφορτώσουν εμπόρευμα. Ανθρωπόμορφοι αυστραλοπίθηκοι που ουρλιάζουν σαν ορδές βαρβάρων ή σαν γηπεδικός ανθρωποπελτές για να επικοινωνήσουν το τίποτα. Και πλανόδιοι αγροίκοι που διαλαλούν με ντουντούκες την πραμάτεια. Από τον γύφτο με το Ντάτσουν φορτωμένο πλαστικές καρέκλες μέχρι τον εκσυγχρονισμένο «Κλειδαρά 900.900» με το Smart λατέρνα από την αφίσα. Αφρικανικό παζάρι, χάος, κόλαση.


Πώς τόση εξαθλίωση, βλακεία, αδιαφορία, αυθαιρεσία; Γιατί αξίζει να υπάρχει ο Έλληνας σήμερα ως έθνος, ως λαός; Τι διαφυλάσσει; Τι έχει να προσφέρει; Ποιες δυνατότητες του έχουν απομείνει ανοικτές; Ποιες είναι οι ελπίδες του; Προς τα πού βαδίζει;


Προς το απόλυτο μηδέν, νομίζω.

Ρομπέν