Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Το βιβλίο είναι όπλο

.
Αυλαία σήμερα για τη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για μια αξιόλογη έκθεση, με την απαραίτητη εξωστρέφεια που την καθιστά τυπικά, μα και αρκετά ουσιαστικά, διεθνή. Το πρόγραμμα των εκδηλώσεων (παρουσιάσεις βιβλίων, συζητήσεις, αφιερώματα κ.α.) πλούσιο, ενώ στα επτά χρόνια που μετράει ο θεσμός έχουν παρελάσει από την έκθεση σημαντικοί συγγραφείς, μεγάλα ονόματα. Για τον βιβλιόφιλο, τον φιλομαθή, αυτή η έκθεση είναι μια σταγόνα ξεδιψάσματος εν μέσω πολιτιστικής ανυδρίας. Ευκαιρία για τα μάτια να δουν, τ’ αυτιά ν’ ακούσουν, τον νου να ταξιδέψει.

Δύο πράγματα με ενόχλησαν. Το πρώτο είναι ότι η Έκθεση δεν διαφημίστηκε όσο θα έπρεπε. Κανονικά θα έπρεπε να είχε βουίξει ο τόπος. Θα έπρεπε να μην είχε μείνει Έλληνας που να μην γνωρίζει, και μάλιστα εγκαίρως, ώστε να κάνει τις απαραίτητες ρυθμίσεις στο πρόγραμμά του, τις ημερομηνίες της Έκθεσης. Δεν συνέβη. Ούτε κατά προσέγγιση.

Το δεύτερο είναι ότι η προσέλευση του κόσμου, αν και όχι μικρή, φέτος ήταν μικρότερη από πέρυσι και, πάντως, δεν είχε χαρακτηριστικά μαζικότητας. Αυτό ίσως να οφείλεται εν μέρει στην όχι πολύ καλή διαφήμιση του γεγονότος. Από την άλλη, κάτι μου λέει ότι δεν τρελαίνονται όλοι οι Έλληνες για τέτοιες εκθέσεις. Το γήπεδο και η πίστα είναι για τους πολλούς πιο προσφιλείς χώροι.

Κρίμα. Κρίμα, για όσα δεν είδαν και δεν άκουσαν όσοι δεν επισκέφτηκαν την έκθεση. Κρίμα, γιατί το βιβλίο είναι όπλο – και μάλιστα πολύ ισχυρό – στα χέρια του πολίτη. Πραγματικά γεμάτο και πραγματικά πάνω στο τραπέζι, πάντα, διαθέσιμο για τον καθένα, χωρίς να απαιτείται ειδικό αίτημα, παράκληση ή επαιτεία ή δυσβάσταχτο αντίτιμο. Στην εποχή της πληροφορίας και της παραπληροφόρησης η άμυνα του ανθρώπου που δεν θέλει να πέσει αμαχητί οργανώνεται, κατ’ αρχάς, με τα σωστά βιβλία.

Ρομπέν

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Η οικονομική κρίση είναι κατά βάθος κοινωνική

.
Κανείς δεν υποστηρίζει ότι προβλέπονται φωτεινά για τους Ελλαδίτες τα χρόνια που έρχονται. Οι συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της δημοσιονομικής κατάρρευσης του ελληνικού κράτους είναι ήδη ορατές. Σε μια βόλτα, προχτές, σε ένα εμπορικό κέντρο μέτρησα τρία ή τέσσερα μαγαζιά που έχουν βάλει λουκέτο.

Αυτό που θα ακολουθήσει, σύμφωνα με τις επιταγές του ΔΝΤ, είναι ένας αποπληθωρισμός. Που σημαίνει μείωση των εισοδημάτων και των παροχών. Που σημαίνει μείωση της κατανάλωσης και αύξηση της ανεργίας. Που σημαίνει μια μακρά περίοδο οικονομικής ύφεσης. Και, το σπουδαιότερο, χωρίς ορατή προοπτική εξόδου από το τέλμα.

Σίγουρα τα νέα δεν είναι καλά. Στην αποκωδικοποίησή τους βοηθούν δύο καίρια ερωτήματα: 1) τι συνεπάγονται για τον καθένα μας στην πράξη και 2) αν και κατά πόσο δικαιολογούν τρόμο, πανικό, παραίτηση, κατάθλιψη. Η απάντηση στο πρώτο είναι πιο εύλογη, στο δεύτερο πιο σύνθετη.

Δεν είναι εύκολο να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τι θα χρειαστεί να στερηθούμε στην πράξη, αλλά είναι λογικό να υποθέσουμε ότι θα αναγκαστούμε να αποχαιρετήσουμε τουλάχιστον τη χλιδή και τη σπατάλη. Τα μπουζούκια και τα πολυτελή αυτοκίνητα θα είναι πια για τους ολίγους. Ρούχα, υποδήματα και αξεσουάρ που σχεδιάστηκαν από ημίθεους Γάλλους ή Ιταλούς μόδιστρους και κοστίζουν εκατοντάδες ευρώ το τεμάχιο δεν θα φοριούνται πια από φοιτητές και χαμηλόμισθους. Ίσως να χρειαστεί να πουλήσουμε το δεύτερο αυτοκίνητο της οικογένειας. Ίσως ακόμα και το πρώτο. Ίσως να χρειαστεί να κόψουμε τη σύνδεση του κινητού, να αγοράσουμε κάρτα ή απλά να μη χρησιμοποιούμε κινητό. Ίσως να χρειαστεί να μειώσουμε τις εξόδους, τους φρέντο στην παραλία, τα ποτά στα μπαράκια, τις κρασοκατανύξεις στις ταβέρνες και, αντ’ αυτών, να συναντιόμαστε στα σπίτια ή να κάνουμε ανέξοδους περιπάτους. Ίσως να χρειαστεί να παγώσουμε την γκαρνταρόμπα μας. Ίσως να χρειαστεί κάποιοι από μας να εγκαταλείψουμε τις ακριβές μητροπόλεις και να επιστρέψουμε στην επαρχία. Ίσως να χρειαστεί να θυμηθούμε πρακτικές του παρελθόντος, όπως την καλλιέργεια της γης και την ανταλλαγή αγαθών. Ίσως να χρειαστεί να μάθουμε την οικονομία, την αξία των πραγμάτων, τη συνετή διαχείριση, την εξαντλητική χρήση. Ίσως να χρειαστεί να μάθουμε να στηριζόμαστε και στον διπλανό μας.

Ίσως πολλά από αυτά να ακούγονται δυσάρεστα. Ίσως και να είναι. Μα δεν είναι όλα κατ’ ανάγκην αρνητικά. Ίσως κάποια να μας κάνουν καλό. Ίσως να χρειαζόμαστε ένα στρώσιμο χαρακτήρα, μια υπενθύμιση της πραγματικότητας και του τι είναι αληθινά σημαντικό σε αυτή τη ζωή. Ίσως, διάολε, να χρειαζόμαστε τελικά ένα γερό χέρι ξύλο, για συμμόρφωση. Αν έτσι έχει το πράγμα, τότε προς τι ο τρόμος και ο πανικός;

Περνάμε, λοιπόν, στο δεύτερο ερώτημα. Αυτή καθαυτή η πραγματικότητα που ξημερώνει δεν είναι δα και προς θάνατο. Δεν πιστεύω ότι θα είναι χειρότερη από τη γερμανική κατοχή. Δεν θα είναι χειρότερη από τη μικρασιατική καταστροφή. Μα το διακύβευμα δεν αφορά την πραγματικότητα που ξημερώνει. Αφορά τους μακριά νυχτωμένους πάνω στους οποίους ξημερώνει. Αφορά τις εσωτερικές αντοχές και αντιστάσεις, τις ικανότητες προσαρμογής και τη συνοχή μιας κοινωνίας. Φοβάμαι ότι δεν βαθμολογούμαστε με άριστα σε αυτούς τους τομείς.

Μια κοινωνία ολιγαρκής, σοφή και συνεκτική θα πιεζόταν χωρίς να σπάσει, απορροφώντας την κρούση και αναπηδώντας προς ένα νέο μέγιστο. Μια τέτοια κοινωνία θα έβγαινε κερδισμένη από την κρίση στον βαθμό που θα συστελλόταν σε ενδοσκόπηση και δημιουργική αυτοκριτική, ώστε να βγάλει τα συμπεράσματα που θα την οδηγούσαν στην αναδιάρθρωση. Τέτοια είναι μια κοινωνία ζωντανή, δυναμική, ελαστική, που πέφτει και αναπηδά.

Φοβάμαι ότι η δική μας κοινωνία μοιάζει περισσότερο με κούτσουρο. Πέφτει και, τη στιγμή της κρούσης, θα γίνει κομμάτια. Πού να βρεθεί η ολιγάρκεια μέσα στο καθεστώς του ξέφρενου καταναλωτισμού; Πού η σοφία μέσα στο σκοτάδι της ακρισίας, της καθοδηγούμενης ασκεψίας; Πού η συνοχή σε ένα κράτος ανοιχτό στην ανεξέλεγκτη εισροή αλλοδαπών κάθε στάθμης και με ένα σύστημα παιδείας που επιδιώκει μεθοδικά την εκρίζωση της λαϊκής συνείδησης από το ιστορικό παρελθόν, την εξάλειψη των ιστορικών εθισμών κοινής αναφοράς;

Η κρίση που αντιμετωπίζουμε δεν είναι κατά βάθος οικονομική. Είναι κοινωνική. Αν κοινωνικά ήμασταν υγιείς, τότε η κρίση, ως αμιγώς οικονομική, θα ήταν ένα μέτριο πρόβλημα, ενοχλητικό μεν, αλλά που γρήγορα και σχετικά ανώδυνα θα ξεπερνούσαμε, και μάλιστα με κέρδος κάποια χρησιμότατα διδάγματα και πρόσθετη σοφία. (Αν ήμασταν κοινωνικά υγιείς, εξάλλου, δεν θα είχαμε φτάσει σε τέτοιο χάλι!) Με τον παρατηρούμενο βαθμό κοινωνικής σηψαιμίας, όμως, δεν αποκλείεται να βιώσουμε κινηματογραφικές καταστάσεις: σκηνικά που θα παραπέμπουν στην ταινία «Απόδραση από την Νέα Υόρκη» του Κάρπεντερ. Αναρχία, έγκλημα, ζούγκλα. Πλήρη αποκτήνωση του ανθρώπου.

Μόνη άμυνα, για τους ελάχιστους εναπομείναντες εχέφρονες, η συσπείρωση. Αναδίπλωση των βιοτικών απαιτήσεων και οργάνωση πυρήνων αλληλεγγύης. Δε θα τη βγάλουν όλοι καθαρή στην μπόρα που έρχεται. Όσοι παραμείνουν αμετανόητοι, απροσάρμοστοι και μόνοι θα είναι τα πρώτα θύματα.

Ρομπέν

Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

39

.
Υπάρχει μια περιοχή του νου, θαμμένη στο υπόγειο, που λυσσαλέα αντιδρά στην προέλαση του χρόνου. Δεν τη δέχεται. Αντί μιας υγιούς σχέσης αποδοχής με την πραγματικότητα, με το παρόν, προτιμά την ιδεοληπτική σχέση με σημαδιακές εικόνες του παρελθόντος. Φωτογραφίες από τελετές αποφοίτησης. Πάλλαμπρη νιότη, παλλόμενη, σπαργώσα.

Μόλις που την ακούω τη φωνή – αδύναμη φτάνει απ’ το υπόγειο. Καλά είναι κεί κάτω θαμμένη, μακρινή. Δεν χρειάζεται καν να κλείσω τα αυτιά μου. Απλά συνεχίζω, ελαφρά ενοχλημένος, εθελότυφλος. Κάποτε άνοιγα για λίγο την μπουκαπόρτα, έπαιρνε μια ανάσα η φωνή κι ησύχαζε. Τώρα δεν τολμώ να την ανοίξω. Φοβάμαι πως δε θ’ άντεχα: από κει κάτω φως θα πλημμύριζε το μισοσκόταδο, κι ο άχρωμος εγώ σαν χωμάτινος σκελετός θα σκορπούσα στο πάτωμα. Γερασμένη σκιά θρυμματισμένη σε ψηφίδες ασύμμετρες.

Ρομπέν

Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Ανάσταση

.
Σταύρωση, Ανάσταση. Λέξεις.

Θυμάμαι, όταν ήμουν παιδί οι λέξεις αυτές δεν είχαν ψηλαφητό για μένα περιεχόμενο. Πάει να πει, δεν με αφορούσαν προσωπικά. Κάποτε σταυρώθηκε ο Χριστούλης και μετά αναστήθηκε. Και τώρα γιορτάζουμε την επέτειο. Αυτό ήταν όλο.

Πολύ αργότερα κατάλαβα το νόημα. Αντιλήφθηκα τη Σταύρωση με όρους πιο προσωπικούς. Σταυρός η ζωή. Καθημερινή η σταύρωση της σάρκας και της ψυχής, αδιάλειπτη, αδυσώπητη. Η Ανάσταση εκκρεμεί ως ελπίδα.

Δεν συμφωνούν όλοι με τούτη τη σταυρική θεώρηση. Για κάποιους η χαρά της ζωής είναι βίωμα καθημερινό. Η ζωή κατά βάση ένα πανηγύρι, ενδεχομένως με σποραδικά περιστατικά θλίψεων.

Αναρωτιέμαι, ποια η αιτία των διαφορετικών θεωρήσεων; Εκ των προτέρων αποκλείω τις ταξικές, κοινωνικές, οικονομικές συνθήκες. Στις ίδιες συνθήκες διαφορετικοί άνθρωποι βλέπουν τη ζωή διαφορετικά. Εξάλλου, ο Εκκλησιαστής, μολονότι γιος του Δαβίδ και βασιλιάς στην Ιερουσαλήμ, γράφει το έπος της ματαιότητας (όπου περιέχεται ο γνωστός αφορισμός που το συνοψίζει: «ματαιότης, ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης»), ενώ κάτι πένητες και ανέστιοι Ζορμπάδες χορεύουν τη ζωή σαν να ήταν συρτάκι σε ελληνική παραλία. (Ένα άλλο δίδυμο που τοποθετείται πάνω στο δίπολο Σταυρός-ηδονισμός είναι οι Νάρκισσος και Χρυσόστομος, στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Χέρμαν Έσσε.)

Οφείλεται η διαφορά των θεωρήσεων σε κάποια γενετική προδιάθεση, που σε σπρώχνει προς τη μεριά είτε του Εκκλησιαστή είτε του Ζορμπά; Ή μήπως οφείλεται σε συνειδητή κι ελεύθερη απόφαση: είτε αναζήτησης του υπερβατικού, οπότε το βλέμμα γυμνάζεται κατά τρόπο ώστε ο κόσμος να αποκαλύπτεται Σταυρός και η ζωή Σταύρωση, είτε αναζήτησης της ηδονής, η οποία εγκολπώνεται το κοσμικό και αποθεώνει το εφήμερο; Κι αν ο καθοριστικός παράγοντας είναι η συνειδητή κι ελεύθερη απόφαση, πόσο συνειδητή και πόσο ελεύθερη μπορούμε να δεχθούμε ότι είναι; Πόσο καθαρή από γενετικές προδιαθέσεις και κοινωνικές επιρροές; Μπορεί να σταθμιστεί κάτι τέτοιο;

Αναρωτιέμαι μεν, αλλά χωρίς να πιστεύω ότι υπάρχουν οι αντίστοιχες απαντήσεις. Ακόμα κι αν υπάρχουν, δεν πιστεύω ότι έχουν κάποια δύναμη ανάσχεσης ή εκτροπής. (Προσοχή: δεν λέω ότι δεν υπάρχει γενικά δύναμη ανάσχεσης ή εκτροπής, λέω ότι οι απαντήσεις που ψάχνω δεν έχουν τέτοια δύναμη.) Ένεκα είτε προκαθορισμού είτε ελευθερίας, όσοι βαδίζουν πάνω στον δρόμο της Σταύρωσης θα παραμείνουν σ’ αυτόν, ελπίζοντας στην Ανάσταση. Πιστεύοντας στην Ανάσταση. Τίποτα άλλο δεν μετράει ουσιαστικά.

Ρομπέν