Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2008

Θεωρίες Συνομωσίας

Τι χωρίζει μια θεωρία συνομωσίας από μια ευρέως αποδεκτή άποψη; Άλλοτε η αλήθεια. Και άλλοτε απλά και μόνο ένα διάστημα χρόνου.

Την εποχή που ήμουν παιδί ο πατέρας μου είχε μια εμμονή με τους Αμερικάνους. Καθετί το απέδιδε σε δική τους μηχανορραφία. Αν χαλούσε η βρύση του μπάνιου ή αν βρίσκαμε το αυτοκίνητο γεμάτο κουτσουλιές, ήταν βέβαιο ότι κάτι είχαν σκαρώσει πάλι οι Αμερικάνοι.

Επιπλέον, στο γυμνάσιο είχα έναν φιλόλογο, τον Γ.Κ., ο οποίος δε χόρταινε να στηλιτεύει τη διαρκή αλυτρωτική προπαγάνδα των Σκοπίων και επισφράγιζε κάθε πατριωτική του έξαρση με την πάγια επωδό: «Όλα θα μας τα πάρουνε, βρε, όλα!» Εννοούσε τα εδάφη. Και δεν εννοούσε μόνο τους Σκοπιανούς, αλλά και άλλους επίβουλους γείτονες (και μη).

Θυμάμαι ότι θεωρούσα τον πατέρα μου «κολλημένο» και τον φιλόλογό μου γραφικό. Με σημερινούς όρους, ήταν και οι δύο κλασικές περιπτώσεις συνομωσιολόγου. Η επίδρασή τους πάνω μου; Ο Γ.Κ. με άφηνε αδιάφορο, ενώ ο πατέρας μου κατάφερε να με κάνει να αντιδρώ στις απόψεις του τόσο πολύ, ώστε έπιασα το άλλο άκρο: αν για τον πατέρα μου οι Αμερικάνοι ήταν ένοχοι περίπου για τα πάντα, για μένα ήταν ένοχοι περίπου για τίποτα.

Από τότε έχει παρέλθει μια εικοσαετία. Αρκετά ενδιαφέροντα γεγονότα μεσολάβησαν. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Δύο πόλεμοι στον Περσικό Κόλπο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση. Το μακελειό της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Και, σε εξέλιξη ακόμα, μια παγκόσμια οικονομική κρίση ίσως άνευ προηγουμένου. Ο κόσμος έχει αλλάξει. Έχω αλλάξει κι εγώ. Δεν πιστεύω πια ότι οι Αμερικάνοι δεν είναι ένοχοι για τίποτα. Κάθε άλλο.

Ακόμα κι ο Γ.Κ. φαίνεται πολύ πιο αληθινός τώρα. Με τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη να έχει τη δική της ατζέντα, με φιλοβουλγαρικούς και φιλοσκοπιανούς πληθυσμούς κατά μήκος των βόρειων-βορειοδυτικών συνόρων, με κάνα εκατομμύριο Αλβανούς διάσπαρτους ανά την επικράτεια και με τους Σκοπιανούς να τραβάνε στα άκρα το παραμύθι τους και να βρίσκουν πρόθυμους ακροατές, η εθνική μας κυριαρχία δεν μοιάζει απρόσβλητα θωρακισμένη.

Το εγχειρίδιο του καλού συνομωσιολόγου προτείνει την εξής μέθοδο αναζήτησης της αλήθειας: παίρνεις μια παραδεγμένη βεβαιότητα, την μετασχηματίζεις σε ερώτημα και δίνεις μια τεκμηριωμένη απάντηση. Τέτοια ερωτήματα (αναιρεμένες βεβαιότητες), είναι, για παράδειγμα:

  • Ποιος σκότωσε τον JFK;
  • Έχει πατήσει ο άνθρωπος στη Σελήνη;
  • Ποιος κρύβεται πίσω από την 9/11;
  • Ζει ο Έλβις;

Η εν γένει δύναμη μιας θεωρίας συνομωσίας είναι ότι μπορεί να βγάλει στη φόρα μια καλά κρυμμένη αλήθεια. Το τρωτό της σημείο (ως προς την προοπτική αποδοχής της) είναι ότι τσουβαλιάζεται μαζί με εκατοντάδες άλλες που είναι φούμαρα. Πέφτει θύμα της κλαδικής απαξίωσης, με αποτέλεσμα η όποια αλήθεια της να χλευάζεται και να περιθωριοποιείται.

Ας εξετάσουμε τον γνωστό μύθο με τον βοσκό που φώναζε «Λύκος!». Ας υποθέσουμε ότι ο βοσκός δεν το ’κανε για πλάκα, αλλά επειδή ήταν δεινός μελετητής της μεταναστευτικής πολιτικής των λύκων και ακράδαντα πεπεισμένος ότι μια αγέλη πρόκειται σύντομα να πλησιάσει στο χωριό. Πάνω στο άγχος του έχει κάθε τόσο οπτασίες και συναγείρει χωρίς λόγο τους συγχωριανούς του. Το σημαντικό δίδαγμα αυτής της ιστορίας είναι το εξής: το γεγονός ότι οι συναγερμοί είναι παραπλανητικοί (διότι ο βοσκός είναι είτε πλακατζής είτε συνομωσιολόγος) δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν λύκοι.

Λύκοι υπάρχουν. Το πότε θα εμφανιστούν ή το τι είδους προβιές φοράνε σε κάθε περίπτωση, αυτό είναι ένα πρόβλημα για δυνατούς λύτες. Τους λύκους τους βολεύουν οι παραπλανητικοί συναγερμοί. Όσο πιο συχνοί οι παραπλανητικοί συναγερμοί, τόσο πιο πολύ εφησυχάζουν οι χωριανοί και τόσο πιο δύσπιστοι γίνονται απέναντι σε κάθε νέο συναγερμό.

Βέβαια, δεν προτείνεται η ευπιστία ως λύση. Αλλά μεταξύ της άκριτης ευπιστίας και της εφησυχασμένης δυσπιστίας υπάρχει η στάση της κριτικής εκτίμησης κάθε κατάστασης με το μυαλό ανοιχτό σε όλα τα ενδεχόμενα, χωρίς προκαταλήψεις και προϊδεασμούς. Μια καλή μέθοδος εκτίμησης μιας κατάστασης είναι η διατύπωση κρίσιμων ερωτημάτων.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, εν μέσω μιας παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής και χρηματιστηριακής κρίσης, που λέγεται ότι θα οδηγήσει σε παγκόσμια οικονομική ύφεση. Στο πλαίσιο αυτό γίνονται κινήσεις που δεν θα πρέπει να διαφεύγουν της προσοχής μας (λεπτομέρειες εδώ):

  • 4 τρισεκατομμύρια δολάρια έχουν πάρει την άγουσα από τις κυβερνήσεις (δηλαδή από τους λαούς) προς τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις.
  • Συνδιασκέπτονται στο Πεκίνο οι ηγέτες των χωρών της ΕΕ και της Ασίας.
  • Επίκειται (15 Νοεμβρίου) Σύνοδος Κορυφής των χωρών της ομάδας G-20 στην Ουάσινγκτον.
  • Ο Τζορτζ Μπους δηλώνει: «Η συμφωνία των ηγετών όλου του κόσμου για τις μεταρρυθμίσεις των οικονομικών ρυθμιστικών αρχών και θεσμών θα είναι ένα ουσιαστικό βήμα στην αποφυγή μιας ακόμα καταστροφής.»

Αμέσως εγείρονται μερικά κρίσιμα ερωτήματα:

  • Ποιοι ευθύνονται γι’ αυτό το μπάχαλο;
  • Ποιοι και τι έχουν να κερδίσουν από τις κινήσεις που γίνονται για να διευθετηθεί το μπάχαλο;
  • Με ποιο τρόπο θα αποφύγουν οι λαοί πιθανές τυραννικού τύπου αυθαιρεσίες στις οποίες μπορεί να διολισθήσουν οι παγκόσμιες εξουσίες που τείνουν να σχηματιστούν;
  • Πώς είναι δυνατόν να βγει σε καλό μας κάτι που σκέφτεται, σχεδιάζει, υλοποιεί ή έστω απλά προπαγανδίζει ο Τζορτζ Ντάμπλγιου Μπους; Υπάρχει έστω και ένα τέτοιο ιστορικό προηγούμενο;

Και μια τελευταία παρατήρηση: η μεγαλύτερη οικονομική κρίση του 20ου αιώνα, αυτή που ξεκίνησε με το κραχ του χρηματιστηρίου της Γουόλ Στριτ το 1929, δεν εκτονώθηκε παρά με έναν παγκόσμιο πόλεμο δέκα χρόνια αργότερα. Τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο ακολούθησαν η ίδρυση των Ηνωμένων Εθνών (1945), της Παγκόσμιας Τράπεζας (1945), του NATO (1949) και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (1951 – η ΕΚΑΧ ήταν ο πρόδρομος της ΕΟΚ). Παράλληλα εκπονήθηκε και υλοποιήθηκε (1948-1951) το σχέδιο Μάρσαλ (λεπτομέρειες εδώ), το γνωστό πρόγραμμα παροχής οικονομικής βοήθειας από τις ΗΠΑ προς τις πληγείσες οικονομικά (από τον πόλεμο) χώρες της Ευρώπης. Το πρόσχημα για όλες αυτές τις κινήσεις ήταν το ιδανικό της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας μεταξύ των εθνών. Αλλά ποιος πιστεύει πια σε αγαθές προθέσεις; Εξάλλου, ποιος προσφέρει χωρίς αντάλλαγμα πακτωλούς χρημάτων; (Πάνω από 10 δις δολάρια του 1948 χορηγήθηκαν με το σχέδιο Μάρσαλ.) Στο παρασκήνιο υπήρχε ένα καλά οργανωμένο σχέδιο που αποσκοπούσε στον έλεγχο των εθνών. Κι αυτό δεν είναι θεωρία συνομωσίας. Απόδειξη: όλα ή σχεδόν όλα τα έθνη σήμερα έχουν απολέσει σημαντικό μέρος της εθνικής τους κυριαρχίας, αφενός επειδή είναι κάργα δανεισμένα και αφετέρου χάριν της συμμετοχής τους σε ευρύτερους σχηματισμούς ή διεθνείς οργανισμούς. Δανεισμός σημαίνει έλεγχος, ενώ ο συνεταιρισμός με ισχυρότερους εκφυλίζεται σε υποτέλεια των ασθενέστερων. Ουσιαστικά, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, μιλάμε για υποδούλωση.

Θα επαναληφθεί η ιστορία; Τι μας περιμένει; Παγκόσμιος πόλεμος, νέοι μηχανισμοί ελέγχου, απολυταρχία; Δεν το γνωρίζω. Μα όλα δείχνουν ότι είχα σε κάποιο βαθμό αδικήσει τους δύο πρώτους συνομωσιολόγους που γνώρισα. Συγνώμη, πατέρα. Συγνώμη, Γ.Κ.

Ρομπέν


ΥΓ: Το παρακάτω αφιερώνεται εξαιρετικά στον Little John:




Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

Summer of 69

Το ερώτημα που θα μας απασχολήσει σήμερα είναι: τι είναι αυτό που κάνει ένα τραγούδι διαχρονικό; Το ίδιο ερώτημα μπορεί κάλλιστα να τεθεί για κάθε έργο τέχνης, αλλά δεν μας παίρνει να ανοιχτούμε. Αφορμή της αναζήτησης στάθηκε το techno remix του “summer of 69”, που πρόσφατα έτυχε να ακούσω. Για τους νεότερους: το “summer of 69” είναι μια μεγάλη επιτυχία του Bryan Adams στη δεκαετία του 80 (το έγραψε το 1984). Οι στίχοι εδώ. Το remix ακολουθεί:

Και τώρα στο ψαχνό. Έχω μια θεωρία. Διαχρονικό είναι ένα τραγούδι, όταν αγγίζει τους ανθρώπους. Πολλούς ανθρώπους. Από διαφορετικές γενιές. Το ερώτημα που φυσικά εγείρεται είναι: πώς μπορεί να το πετύχει αυτό;

Έχω μια απάντηση – σίγουρα δεν είναι η μοναδική. Φαίνεται ότι υπάρχει μια κατηγορία τραγουδιών που συγκινούν βαθιά. Είναι τα τραγούδια που διηγούνται μια ιστορία. Οι ιστορίες έχουν την ικανότητα να αιχμαλωτίζουν την προσοχή. Σε μια ιστορία ο ακροατής (ή ο αναγνώστης ή ο θεατής) ψάχνει οικεία βιώματα. Αναθυμάται δικά του συναισθήματα. Ταυτίζεται. Τελικά ανασύρει τις δικές του ιστορίες και τις ξαναζεί. Θα χαμογελάσει ή θα γελάσει, θα δακρύσει ή θα κλάψει, θα μονολογήσει «ωραία χρόνια!», θα νιώσει μια απολογιστική διάθεση και ίσως να πονέσει με την ανάμνηση ανεκπλήρωτων ονείρων και μακρινών προσώπων. Αλλά στο τέλος θα μείνει με μια γλυκιά γεύση. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή το τραγούδι θα πάρει θέση κάπου βαθιά μέσα στην καρδιά του. Θα γίνει το soundtrack των αναμνήσεών του. Ξέρω ότι το έχεις ζήσει. Βάζω στοίχημα ότι κουνάς το κεφάλι σου συμφωνώντας.

Βέβαια, τίθεται και το ερώτημα τι θέμα έχει η ιστορία. Γιατί, αν βάλεις τους ακροατές σου να ξαναζήσουν κάτι φρικτό, τότε το τραγούδι έχει ελπίδες να κάνει επιτυχημένη πορεία μόνο εντός της μικρής ακτίνας ενός κύκλου μαζοχιστών. Μα, στην προκειμένη περίπτωση, το “summer of 69” διαθέτει εφηβικό άρωμα, μια συντροφιά ονειροπόλων, μια πρώτη αγάπη και μπόλικη νοσταλγία. Και από πάνω μια ζωηρή ροκ μουσική. Ήταν καταδικασμένο να πετύχει. Ακόμα και αν ο Adams το τραγουδούσε με βότσαλα στο στόμα, θα γινόταν επιτυχία. Η συνταγή είναι αχτύπητη.

Σκέψου. Είσαι έφηβος, ίσως δεκαεπτά ή μπορεί μόνο δώδεκα. Παίζεις μουσική με τα φιλαράκια από το σχολείο. Και μετά είναι κι εκείνη η κοπελιά που κάνει την καρδιά σου να χάνει τον ειρμό της. Στέκεται στη βεράντα της μαμάς της και σου εκπέμπει υποσχέσεις αιωνιότητας. Κι όταν σου κρατάει το χέρι, φίλε, ξέρεις ότι είναι τώρα και ποτέ ξανά.

Μα οι εποχές αλλάζουν. Δες όλα όσα ήλθαν και παρήλθαν. Τίποτα δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα. Κι ο γερο-Bryan είναι πια πενηντάρης. Καμιά φορά, όταν παίζει την παλιά εξάχορδη, σκέφτεται την κοπελιά κι αναρωτιέται τι πήγε στραβά. Στεκόταν εκείνη στη βεράντα της μαμάς της και του ’λεγε ότι θα κρατούσε για πάντα. Εκείνες ήταν οι καλύτερες μέρες της ζωής του.

Κι οι δικές μου, Bryan. Κι οι δικές μου. Ω, γιέα.

Ρομπέν


Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

Κατάρρευσης συνέχεια

Ο αρχικακομοίρης της ιστορίας είναι ο Λάκης. Ο Λάκης περίπου επιβιώνει με τον βασικό μισθό, αλλά όταν ήταν μικρός έβλεπε “Melrose Place” και λιγουρεύτηκε την πισίνα. Οι οικονομίες του δεν φτάνουν ούτε για τον βατήρα, όμως ο Λάκης ψυχώνεται με το φιλοσόφημα «μια ζωή την έχουμε» και το αποφασίζει: θα ζητήσει δάνειο. Ο τραπεζίτης διαπιστώνει ότι η πιστοληπτική ικανότητα του Λάκη, βάσει των εισοδημάτων του, είναι ανύπαρκτη, αλλά πέφτει κι αυτός θύμα του ιδίου φιλοσοφήματος και του το δίνει.

Όμως ο τραπεζίτης έχει κι εκείνος όνειρα, σαν τον Λάκη, γιατί έβλεπε κι εκείνος το “Melrose Place”. Κι αφού τα λεφτά της τράπεζας τα έδωσε στον Λάκη και αφού μια ζωή την έχουμε, παίρνει δάνειο από μεγαλύτερη τράπεζα – ή τιτλοποιεί το δάνειο του Λάκη και το πουλάει σε άλλη τράπεζα, που είναι ουσιαστικά το ίδιο. Μα κι η μεγάλη τράπεζα έχει ξεπαραδιαστεί με το να δανείζει τις μικρές, επομένως δανείζεται κι αυτή για να πραγματοποιήσει τα δικά της σχέδιά. Τελικά, όλοι βλέπανε “Melrose Place”. Επίσης, όλοι, από τον Λάκη μέχρι τον Ροκφέλερ, έχουν επενδύσει και σε ένα χαρτοφυλάκιο μετοχών, για τις δύσκολες μέρες του χειμώνα.

Αυτό είναι το κυρίαρχο μοντέλο οικονομίας σήμερα. Όλοι δανείζονται από όλους και όλοι τζογάρουν στα πάντα. Τα επενδυτικά παράγωγα δεν είναι παρά νομιμοποιημένα στοιχήματα, όπως άλλωστε και οι μετοχές. Η άνθηση αυτού του παρασκηνίου διευκολύνεται από το γεγονός ότι οι αξίες που ανταλλάσσονται είναι άυλες. Έτσι, είναι πολύ πιο δύσκολο να έχεις αίσθηση της πραγματικής αξίας του προϊόντος που αγοράζεις και πουλάς, π.χ. μιας μετοχής. Εκτός και αν είσαι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της μετοχοποιημένης εταιρίας. Ενώ, όταν ψωνίζεις μελιτζάνες στη λαϊκή, σου έρχεται πολύ πιο φυσικό να κρίνεις αν είναι ακριβές ή όχι.

Ανακεφαλαιώνοντας: η σημερινή δυτικού τύπου οικονομία είναι σε μεγάλο ποσοστό άυλη – δηλαδή αέρας – και πατάει σε δύο σαθρούς πυλώνες, τον δανεισμό και τον τζόγο.

Έχουμε, λοιπόν, από τη μια μεριά τον Λάκη, που ο άνθρωπος ιδρώνει και παράγει κάτι, ας πούμε μπαλάκια του τένις, και από την άλλη μεριά μια στρατιά παπατζήδων, που παίρνουν τη ζωή του Λάκη και τη σπάνε σε στοιχήματα. Τι τιμή θα έχουν τα μπαλάκια του τένις αύριο; Θα αγοράσει ο Λάκης αυτοκίνητο; Θα πάει διακοπές; Θα συνεχίσει να πληρώνει τις δόσεις του δανείου του; Σε αυτό το σημείο η μαφία των παπατζήδων (χρηματοπιστωτικών λειτουργών) αιτείται την αρωγή της μαφίας των πολιτικών και της μαφίας των ΜΜΕ. Οι πολιτικοί φροντίζουν, ώστε τα πάντα να είναι νόμιμα: άυλες ωρολογιακές βόμβες, θεσμική τοκογλυφία, μαζικό μπαρμπούτι. Τα ΜΜΕ απλώς προβάλλουν το “Melrose Place”.


Μέχρι που, μια μέρα, συμβαίνει το μοιραίο. Ο Λάκης δεν είναι πλέον σε θέση να πληρώσει τη δόση του δανείου του. Αλλά χωρίς τη δόση του Λάκη ο τραπεζίτης δεν μπορεί να πληρώσει το δικό του δάνειο στη μεγαλύτερη τράπεζα και η μεγαλύτερη στην ακόμα μεγαλύτερη κ.ο.κ. Πανικός επικρατεί στην αγορά. Τράπεζες κλείνουν. Οι επενδυτές φρικάρουν. Τα μπαλάκια του τένις «πέφτουν» στο χρηματιστήριο. Τα μπαλάκια των παπατζήδων υποχωρούν στη βουβωνική χώρα. Τα ΜΜΕ βγάζουν την κασέτα της καλιφορνέζικης Εδέμ και βάζουν την κασέτα του οικονομικού Αρμαγεδδώνα. Οι πολιτικοί αποδεικνύονται πιο ψύχραιμοι και δίνουν την προφανή λύση: σώζουν τις τράπεζες από την πτώχευση, παρέχοντας σε αυτές πακτωλούς χρημάτων των φορολογούμενων πολιτών.

Ο καχύποπτος συνωμοσιολόγος αναρωτιέται: 1. Πού βρέθηκε ξαφνικά όλο αυτό το χρήμα; Σε γενικές γραμμές, οι κυβερνήσεις δεν μυξοκλαίνε για τα ελλείμματα και για τα άδεια ταμεία; 2. Λες το παιχνίδι να είναι στημένο, ώστε να γίνει η μεγαλύτερη αρπαχτή του αιώνα, μια κολοσσιαία και ακαριαία ανακατανομή πλούτου από τους πολλούς στους λίγους και μάλιστα με τις ευλογίες και τους αναστεναγμούς ανακούφισης των πολλών;

Αλλά ας κρατήσουμε στάση αναμονής και επαγρύπνησης. Ο χρόνος θα δείξει. Σε όσους θέλουν να δουν.

Το σίγουρο είναι ότι ο Λάκης δεν χάρηκε ποτέ το σπίτι με την πισίνα. Έμεινε άνεργος, γιατί το εργοστάσιο που κατασκεύαζε τα μπαλάκια του τένις πτώχευσε, τον κυνηγάνε οι τράπεζες και οι δικηγόροι για ληξιπρόθεσμες δόσεις, δεν έχει το νομικό δικαίωμα να κηρύξει και ο ίδιος πτώχευση και να την πουλέψει στην Καραϊβική με αποζημιώσεις εκατομμυρίων δολαρίων, βλέπει τις μετοχές του να κατρακυλάνε, λούζεται καθημερινά την καταστροφολογία των καναλιών και, στο καπάκι, του σερβίρουν ως τετελεσμένο ότι οι φόροι που πληρώνει θα δοθούν πεσκέσι στους παπατζήδες. Και μην πει κανείς ότι το κράτος δεν χαρίζει, αλλά «εθνικοποιεί», δηλαδή γίνεται συνεταίρος. Ναι, και; Μήπως αυτός ο συνεταιρισμός αποσκοπεί να υπηρετήσει το λαό; Μήπως του ιδίου φυράματος λαμόγια που κουμαντάρουν τις τράπεζες δεν κουμαντάρουν και το κράτος; Και τα ΜΜΕ; Μήπως δεν ανήκουν όλοι στο ίδιο συνάφι; Αστεία πράγματα.

Και ποία η λύσις, θα ρωτήσετε. Λύσεις δεν γνωρίζω. Βήματα ίσως. Βήματα επίγνωσης. Ιδού το πρώτο: Είμαστε σε πόλεμο. Το γεγονός ότι ο πόλεμος είναι ακήρυχτος κι αναίμακτος δεν ακυρώνει τον κίνδυνο, αντίθετα τον επαυξάνει, γιατί τον καθιστά ασυναίσθητο, δηλαδή “stealth”.

Ο Χρήστος Γιανναράς, σε ένα πρόσφατο άρθρο του στην Καθημερινή, προτείνει (ως μία κάποια λύση) να οργιστούμε, μπας και ξεθολώσουμε. Αξίζει να το διαβάσετε. Εδώ.

Σε καμία περίπτωση ως λύση, αλλά ως ατομική ψυχοθεραπευτική μέθοδο, επιτρέψτε μου να προτείνω τακτικές (έστω σύντομες) επιστροφές στην αθωότητα. Και για να ελαφρύνει το κλίμα, ορίστε μια αναδρομή σε μια εποχή αθωότητας – αν και οργουελικό ορόσημο – στο 1984:

Αναγνωρίζετε την εικοσάχρονη που ανεβάζει ο “boss” στη σκηνή προς το τέλος του clip; Αυτό το συμβάν στάθηκε η αρχή της καριέρας της. Η απάντηση εδώ.

Ρομπέν


ΥΓ1: Μια σύντομη και περιεκτική ανάλυση της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής κρίσης θα βρείτε εδώ.

ΥΓ2: Μην πιστέψει κανείς ότι θεωρώ τον Λάκη άμοιρο ευθυνών για τα δεινά που περνάει. Έχει τις ευθύνες που του αναλογούν. Η άγνοια δεν είναι άλλοθι. Η άγνοια σκοτώνει.

ΥΓ3: Είμαι άνθρωπος με περιορισμένη αντίληψη, στα οικονομικά δε ακόμα πιο περιορισμένη. Σίγουρα δεν καταλαβαίνω πολύ καλά αυτά που συμβαίνουν. Αν η συλλογιστική μου έχει λάθη ή κενά, παρακαλώ ας με διορθώσουν οι πιο ειδικοί.


Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2008

Γενηθήτω σχόλιο

Μετά από αντιρρήσεις, συζητήσεις, αιτήσεις, παρακλήσεις, αλλά κυρίως μετά από απειλές για τη ζωή μου και για την παγκόσμια ειρήνη, αποφάσισα να δώσω ελεύθερο στα σχόλια. Νομίζω ότι με αυτήν την κίνηση το μοιραίο απετράπη. Προς το παρόν τουλάχιστον.


Ρομπέν

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

Σημείο Κατάρρευσης

Τον παλιό καλό καιρό υπήρχε μια φυσική τάξη στα πράγματα. Έτσι μου λένε τουλάχιστον. Οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν βιοπαλαιστές. Περίπου έντιμοι, είτε λόγω συνείδησης είτε επειδή δεν τους δίνονταν πολλές ευκαιρίες να εκτονώσουν τυχόν αρπαχτικά ορμέμφυτα. Ήγουν, οι πολλοί δούλευαν και ζούσαν τη φαμίλια. Αλλά υπήρχαν και λίγοι κατάπτυστοι, περιθωριακοί, άτιμοι που, αντί να δουλεύουν, έκλεβαν και την περνούσαν φίνα. Αυτούς τους έλεγαν κλέφτες. Με τέτοια σύσταση το σύστημα ισορροπούσε με την άνεση και τη χάρη που ισορροπεί μια πεταλούδα πάνω στο μπουγαδόσχοινο. Πολλοί παρήγαν, λίγοι κοπροσκύλιαζαν και παρασιτούσαν. Το σύστημα βαστούσε.

Σήμερα το σύστημα φαίνεται να παραπαίει. Η ισορροπία φαίνεται να χάνεται στο βάθος ενός σκοτεινού ορίζοντα. Όλα δείχνουν ότι βαδίζουμε προς ένα σημείο κατάρρευσης.

Αυτά τα βαρύγδουπα δεν είναι τίποτα παραπάνω από απλή αριθμητική. Διότι, κοίταξε: αν – πες – σε ένα χωριό ζουν δύο νοματαίοι και ο ένας καλλιεργεί, ενώ ο δεύτερος κλέβει από τον πρώτο, κουτσά στραβά επιβιώνουν και οι δύο. Αλλά αν σταματήσει και ο πρώτος να δουλεύει και αρχίσει και αυτός να κλέβει από τον άλλο, τότε είναι και οι δύο καταδικασμένοι. Διότι τι να κλέψουν, αφού τίποτα δεν παράγεται. Θα ανακυκλώνουν για ένα διάστημα τα ήδη παραχθέντα και μετά θα σβήσουν αμφότεροι.

Ηθικόν δίδαγμα: πρέπει τουλάχιστον οι μισοί να εργάζονται, για να μπορούν οι υπόλοιποι να κλέβουν και όλοι να επιβιώνουν. Η κλεψιά αντλεί υπόσταση από την παραγωγική εργασία.

Σημείο κατάρρευσης. Είναι το σημείο στο οποίο μια κοινωνία περισσότερο κλέβει παρά παράγει. Τα αγαθά σώνονται και, αφού κανείς δεν στρέφεται προς τη θεραπεία της παραγωγής, όλοι στρέφονται προς τη βελτιστοποίηση της κλεψιάς. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η ζούγκλα: μια πρωτόγονη συνύπαρξη αγρίων, ξένη προς κάθε δυνατότητα έλλογης ρύθμισης.

Εδώ είμαστε. Στο σημείο κατάρρευσης. Τις πατροπαράδοτες συμμορίες των πολιτικών, των εργολάβων, των μεσαζόντων, των αεριτζήδων και των γνήσιων κλεπτών, δηλαδή διαρρηκτών, σαλταδόρων, ριφιφήδων και λοιπών σεβαστών ειδικοτήτων του συναφιού, ακολουθούν δαιμονικά επειγόμενοι και ασυγκράτητοι οι στυλοβάτες των τάχα ιερότερων θεσμών. Στους χορούς των εκατομμυρίων συμμετέχουν τώρα ηγούμενοι μονών και υπάλληλοι πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Δεν πρόλαβε η ιστορία του Βατοπεδίου να ξεθυμάνει, βγαίνει στη φόρα και το σκάνδαλο του ΑΠΘ (λεπτομέρειες εδώ). Φυσικά, κανένας προσγειωμένος δεν φαντάζεται πως στα μοναστήρια και στα πανεπιστήμια ζουν και εργάζονται μόνο άγιοι. Μεμονωμένα περιστατικά παρέκκλισης αναμένονται παντού και πάντα. Μα είναι η πυκνότητα των περιστατικών, η ένταξή τους στην κανονικότητα και η νέκρωση των ανακλαστικών αντίδρασης εκείνα τα χαρακτηριστικά του φαινομένου που το καθιστούν έκτακτο έως τρομαχτικό.

Πέρα από οποιαδήποτε – τετριμμένη μάλλον και εντελώς αδιάφορη πια – ηθικολογική προσέγγιση, τίθεται ένα καθαρά πρακτικό ζήτημα: σε λίγο καιρό θα είμαστε πλέον ένα εξαθλιωμένο ασκέρι καραβοτσακισμένων πειρατών. Όλοι θα ψάχνουμε ευκαιρία να αρπάξουμε, μα, ναυαγοί πάνω στο ξερονήσι της ανεπάρκειας, το μόνο που θα βρίσκουμε να «φάμε» θα είναι οι σάρκες μας.

Ρομπέν