Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Σκάφος ακυβέρνητο

.
Στις 14 Απριλίου 1865 ο Τζον Γουίλκς Μπουθ δολοφονεί τον Αβραάμ Λίνκολν. Πέντε μέρες πρωτύτερα ο Στρατηγός (των Νοτίων) Ρόμπερτ Λι είχε παραδοθεί στο Απομάτοξ, βάζοντας τέλος στον αιματηρό τετραετή αμερικανικό εμφύλιο.

Ακολούθως, ο ποιητής Γουόλτ Γουίτμαν εκφράζει την οδύνη του για τον θάνατο του ηγέτη του με ένα ποίημα που έμεινε στην ιστορία, το “O Captain, my Captain”.

Φυσικά, αυτή δεν είναι η μοναδική περίπτωση ενός ηγέτη που ενέπνεε. Αλλά είναι μία που άφησε γραπτό μνημείο.

Όμως τι είναι αυτό που κάνει τον ηγέτη; Ποιο είναι το κοινό χαρακτηριστικό του ηγέτη, του δασκάλου και του πατέρα, εκείνο που κάνει την παρουσία τους απαραίτητη κι ευεργετική, ενώ την απώλειά τους οδυνηρή και δυσβάσταχτη;

Νομίζω ότι είναι η απόφασή τους να υπηρετούν. Είναι η διάθεση αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς.

Υπάρχει ένα γεγονός αναφοράς, μια εικόνα αρχετυπική, στην αφετηρία κάθε γνήσιου μονοπατιού ηγεσίας: ο Χριστός γονατιστός πλένει τα πόδια των μαθητών του. Ο Θεός υπηρετεί τον άνθρωπο. Ο Δημιουργός προσφέρεται στο δημιούργημα.

Βλέπεις την τηλεμαχία των έξι «αρχηγών» και, κατόπιν, τη μονομαχία των δύο «υποψήφιων πρωθυπουργών» και νιώθεις οργή, απογοήτευση, οίκτο, ναυτία. Διαπιστώνεις την τραγική αναντιστοιχία ανάμεσα στις έννοιες που φέρουν οι τίτλοι και στα πρόσωπα (;) που φέρουν τους τίτλους. Ανάμεσα στο που η ψυχή ποθεί και στο που το μάτι βλέπει και το αυτί ακούει. Ανάμεσα στην άχρονη επαγγελία και στην έγχρονη πραγματικότητα. Μεγάλος πόνος αυτός.

Μεγάλος πόνος για έναν λαό, για ένα έθνος, η έκλειψη, η κραυγαλέα απουσία πατέρων, δασκάλων, ηγετών.

Στις εκλογές της ερχόμενης Κυριακής το ερώτημα που θα απαντηθεί δεν είναι: ποιος ο πιο ικανός να υπηρετήσει το σύνολο. Είναι: ποιος ο πιο ικανός να ξεγελάσει ότι θα υπηρετήσει το σύνολο, ώστε, αφού εκλεγεί, να επιδοθεί αναίσχυντα στην υπηρεσία εαυτού και ημετέρων.

Κι αυτή η αρπαχτική προδιάθεση φαίνεται στο γυαλί. Φαίνεται πια καθαρά, όσο πιασάρικα και αν είναι τα μαρκετινίστικα σλόγκαν, όσο ελκυστικές οι υποσχέσεις. Δυσώδη ψεύδη που δεν πείθουν ούτε μικρό παιδί.

Μα δε βγαίνει μόνο ο λαός χαμένος από αυτό το θέατρο του παραλόγου, του ψεύδους και της ιδιοτέλειας. Βγαίνουν χαμένοι και οι ίδιοι οι αποκαλούμενοι «αρχηγοί». Πόσο μεγάλες κι ανεπίστρεπτες ευκαιρίες μεγαλείου! Τι σπατάλη! Να έχεις τη δύναμη στα χέρια σου, το πεπρωμένο ενός λαού στα χέρια σου, και ούτε καν να διανοηθείς να σταθείς, έστω για μια στιγμή, στο ύψος ενός πραγματικού ηγέτη. Κανένας ποιητής ποτέ δε θα γράψει για σένα “O captain, my captain”. Ήσουν ο καπετάνιος του τίποτα. Η ιστορία θα σε προσπεράσει με ένα ηχηρό ρέψιμο.

Κάποιος πρέπει να το πει στους έξι. Και στους τριακόσιους. Ότι δεν μετράει το τι λες. Αλλά το ποιος είσαι και το τι μπορείς να γίνεις. Το πόσο ανοιχτός είσαι στην υπηρεσία. Να τους πει, επίσης, να μη λιγοψυχήσουν. Δύσκολη και επαχθής μπορεί να φαίνεται η υπηρεσία, μα είναι εξόχως λυτρωτική. Εξόχως μοναδική ως τρόπος πραγματικής (κοινωνούμενης) εμπειρίας. Εξόχως προαπαιτούμενη, για να σταθεί απέναντί σου ο ποιητής και, με δάκρυα στα μάτια, να σε χαιρετίσει: «Ω καπετάνιε, καπετάνιε μου!»


ΥΓ1: Θυμίζω την πρόταση Γιανναρά, ως μόνη δυνατή απάντηση στην ασύδοτη φαυλότητα: αφαίρεση δύναμης από τα κόμματα εξουσίας. Εδώ θα βρείτε μια λίστα με όλα τα κόμματα που παίρνουν μέρος στις εκλογές. Ψάξτε το λίγο.

ΥΓ2: Δεν μπορώ να μην ξεχωρίσω, από τους έξι, τον Yorgos. Διαφέρει από τους άλλους: είναι πάντα ψυχαγωγικός. Επίσης, πάντα φαίνεται να πασχίζει, απόδειξη ότι είναι φίλεργος. Και, σε κάθε περίπτωση, το παρελθόν του αποτελεί εγγύηση για το μέλλον του.

ΥΓ3: Για να είμαστε δίκαιοι, υπάρχει στην πρόσφατη ελληνική ιστορία ένας κάπτεν που λατρεύτηκε από τον λαό. Ο Θοδωρής Ζαγοράκης.

Ρομπέν

O Captain My Captain
του Walt Whitman

O Captain my Captain! our fearful trip is done,
The ship has weathered every rack, the prize we sought is won,
The port is near, the bells I hear, the people all exulting,
While follow eyes the steady keel, the vessel grim and daring;
But O heart! heart! heart!
O the bleeding drops of red,
Where on the deck my Captain lies,
Fallen cold and dead.

O Captain! my Captain! rise up and hear the bells;
Rise up--for you the flag is flung for you the bugle trills,
For you bouquets and ribboned wreaths for you the shores a-crowding,
For you they call, the swaying mass, their eager faces turning;
Here Captain! dear father!
This arm beneath your head!
It is some dream that on the deck,
You've fallen cold and dead.

My Captain does not answer, his lips are pale and still;
My father does not feel my arm, he has no pulse nor will;
The ship is anchored safe and sound, its voyage closed and done;
From fearful trip the victor ship comes in with object won;
Exult O shores, and ring O bells!
But I, with mournful tread,
Walk the deck my Captain lies,
Fallen cold and dead.
.

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

Για λίγη χάρη

.
Όταν η πράξη δεν έχει χάρη, τότε έχει η μη πράξη.

Αν δεν είσαι εκείνος που θα ήθελες να είσαι, απλά δέξου του. Αν δεν το δεχτείς, θα προσπαθείς πάντα να μιμείσαι αυτό που δεν είσαι, να πείθεις τους άλλους ότι είσαι. Μια τέτοια προσπάθεια είναι άχαρη. Ενώ, αν το δεχτείς, δείχνεις ταπεινότητα. Η ταπεινότητα έχει χάρη. Το να είσαι ο εαυτός σου έχει χάρη.

Για παράδειγμα, υπάρχουν άνθρωποι που μιλάνε πολύ. Αλλά δεν έχει τον ίδιο αντίκτυπο στον ακροατή ο λόγος όλων όσων μιλάνε πολύ. Ο λόγος διαφέρει. Ο λόγος ενός ανθρώπου που μιλάει πολύ μπορεί να είναι ποίηση, ενδιαφέρων, απλά χαριτωμένος, αδιάφορος, υποφερτός, ενοχλητικός έως και εντελώς ανυπόφορος.

Εδώ χρειάζεται αυτογνωσία. Αν δεν έχει καμιά χάρη ο λόγος σου, τότε έχει χάρη η σιωπή σου.

Όταν μιμείσαι ή προσποιείσαι ή ψεύδεσαι, αποκλείεις τον εαυτό σου από τη γνησιότητα, από την ετερότητα. Έτσι, παύεις να είσαι Πρόσωπο. Άρα δεν μπορείς να σχετιστείς. Επομένως, στην ουσία δεν ζεις.

Μια τέτοια εικόνα μόνο θλίψη προκαλεί. Είναι πολύ εύκολο να τη δεις. Απλά άνοιξε την τηλεόραση. Αν, μάλιστα, είναι περίοδος προεκλογικών αντιμαχιών, η θλίψη εκτοξεύεται στο διάστημα από το Ακρωτήριο Κανάβεραλ.

Είναι άχαρο το να μην είσαι Πρόσωπο. Αν δεν είσαι, μπορείς να προσπαθήσεις να είσαι. Αν δεν θες να προσπαθήσεις να είσαι, τουλάχιστον μην προσπαθείς να μην είσαι. Έστω αυτό, η μη προσπάθεια αυτοακύρωσης, έχει λίγη χάρη.

Για λίγη χάρη ζούμε.

Ρομπέν

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Η αβάσταχτη βαρύτητα της ελαφρότητας

.
Υπάρχει η ζωή όπως αντανακλάται ή κατευθύνεται από τα μίντια. Υπάρχει και η πραγματική ζωή.

Στη μιντιακή ζωή βαρύνουσα είδηση σήμερα είναι οι δηλώσεις του Γιωργάκη στη ΔΕΘ. Στην πραγματική ζωή βαρύνουσα είδηση σήμερα είναι ότι οι κότες δεν έκαναν ούτε ένα αυγό. Αύριο το πρωί δεν έχει αυγά με μπέικον. Πλήγμα.

Στη μιντιακή ζωή το καλοκαίρι που πέρασε ήταν εφιαλτικό. Οικονομική κρίση, πανδημία γρίπης, φωτιές κι αποκαΐδια, εκλογολογίες και κινδυνολογίες. Με ένα πασπάλισμα κριτσάτων απόηχων από μπαγιάτικα σκάνδαλα. Όλα τα «νέα» εφήμερα, βραχύβια, ταχέως αλληλοδιαδεχόμενα, αλεξιπτωτιστές που βουτάνε ο ένας μετά τον άλλον κατευθείαν μέσα στη δίνη της λήθης.

Πού είναι η πανδημία, οέο; Μόλις έπεσε το παραδάκι και αγοράστηκαν τα εμβόλια και τα tamiflu, η πανδημία έπαψε να μας απασχολεί. Μπορεί απλά να πρόκειται για σύμπτωση. Κάποτε θα ξεθύμαινε ο λοιμός, βρε αδερφέ, ε, έτυχε τώρα. Συμβαίνουν αυτά.

Στην πραγματική ζωή, προχτές μια άσχετη παραλίγο να με σκοτώσει. Πήγαινα με 110-120 στον δρόμο της Χαλκιδικής, στη μεσαία από τις τρεις λωρίδες. Στη δεξιά, πιο μπροστά, φορτηγό και πίσω του κίτρινο αμαξάκι με οδηγό την άσχετη κοκέτα και συνοδηγό μια άλλη παρόμοια. Η οδηγός το είχε κολλήσει το αμαξάκι πάνω στο φορτηγό. Έτσι κάνουν οι άσχετοι όταν μέσα τους νιώθουν μια παρόρμηση να προσπεράσουν, αλλά ζορίζονται κιόλας, κι έτσι κολλάνε εκεί, για να το σκεφτούνε λίγο. Σκέφτονται ποιο είναι το πρέπον να πράξουν, το comme il faut, τι θα πρότεινε ο σύζυγος ή ο γκόμενος ή το κοινό, αν η περίσταση ήταν σκηνικό σε τηλεπαιχνίδι, και πώς θα επηρεαστεί το ίματζ και η αυτοεκτίμησή τους ανάλογα με την απόφαση που θα πάρουν. Κατάλαβα ότι έπεφτε πολλή σκέψη μέσα στο κίτρινο αμαξάκι. Κι ενώ ήθελα να προσπεράσω, επιβράδυνα, γιατί περίμενα αιφνίδια έξοδο των εν δεξιά λωρίδα πολιορκημένων. Αριστερά δεν πήγα, γιατί περνούσαν κάτι μπριζωμένοι με αγωνιστικές ταχύτητες. Αλλά το κίτρινο δεν ξεκουνούσε από την εξάτμιση του φορτηγού και τελικά αποφάσισα να προσπεράσω. Με φόβο Θεού. Τη στιγμή, λοιπόν, που έφτανα δίπλα στο ανόητο κίτρινο, η άσχετη πείστηκε ότι ήρθε η ώρα να προσπεράσει κι εκείνη. Σημειώνω ότι ο ουρανός ψέκαζε νωχελικά και ο δρόμος ήταν όσο ολισθηρός μπορούσε. Επιβραδύνω και κορνάρω. Αντί να συμμορφωθεί και να επιστρέψει πάραυτα δεξιά, συνεχίζει ακάθεκτη. Κοτζάμ απόφαση είναι αυτή, ειλημμένη μετά από σκέψη, προβληματισμό και συζήτηση με τη συνοδηγό, δεν ανακαλείται έτσι εύκολα. Πρέπει να εκτελεστεί. Να εκτελεστούν κι όσοι βρεθούν στον δρόμο της. Αναλώσιμοι όλοι. Αρκεί να εξυπηρετηθεί η επιθυμία, η παρόρμηση, η εγκεφαλική πάρεση. Επιβράδυνα όσο μου επέτρεπε το ενδεχόμενο να χάσω την πρόσφυση και έκοψα αριστερά όσο μου επέτρεπε η λευκή BMW που μεγάλωνε στον αριστερό μου καθρέφτη σαν υπερηχητικό σάβανο. Σε μια ακροβατική στιγμή δεξιοτεχνίας, θείας εύνοιας και εξαιρετικής κωλοφαρδίας ισορροπήσαμε στις τρεις λωρίδες το φορτηγό, το κίτρινο δρεπανηφόρο, το δικό μου και το υπερηχητικό σάβανο. Αμέσως μετά ο σχηματισμός σκόρπισε και οι θεατές ξέσπασαν σε όρθιο χειροκρότημα. Πάνω στην ευθυγράμμιση, ενστικτωδώς έριξα μια ματιά στην άσχετη που κόντεψε να μας σκοτώσει. Βαμμένη σαν μανεκέν, ατάραχη, μπλαζέ, απολύτως πεπεισμένη ότι έκανε το σωστό, αμετακίνητη στο θέλημά της, ευλαβικά εστιασμένη στο ραντεβού της με το βραδινό μοχίτο, ένας κομψός οδοστρωτήρας βούλησης και εκτελεστικής ισχύος, αναρωτιόταν νιαουριστά γιατί κορνάρει αυτός ο γελοίος.

Πολιτικά μιλώντας, το πρόβλημα δεν είναι ότι η εν λόγω δεσποινίς έκανε ένα λάθος – όσο μοιραίο και αν αυτό θα μπορούσε να είχε αποβεί. Το πρόβλημα είναι ότι δεν το κατάλαβε. Δεν το υποπτεύθηκε. Δεν το εξέτασε ούτε ως θεωρητικό ενδεχόμενο. Δεν διαθέτει καν το εγκεφαλικό hardware για τέτοιου είδους συλλογιστικές. Για να το πω απλά, η αμφισβήτηση του εαυτού είναι ένα είδος σήματος εντελώς ασύμβατο με το συγκεκριμένο ηλεκτρικό κύκλωμα. Φιλτράρεται πριν φτάσει. Αποκόπτεται. Δεν υπάρχει. Συνεπώς, τέτοιοι άνθρωποι είναι αποκλεισμένοι από την ευλογία της εσωτερικής αλλοίωσης που έπεται της συναίσθησης ενός λάθους. Αποκλεισμένοι από τη διαδικασία που ελαχιστοποιεί έως μηδενίζει την πιθανότητα επανάληψης του ίδιου (σοβαρού) σφάλματος: σκέφτεσαι τι έκανες, φαντάζεσαι τι θα μπορούσε να έχει συμβεί, φρίττεις με τις πιθανές συνέπειες, συντρίβεσαι, μετανοείς, ζητάς συγχώρεση και υπόσχεσαι ποτέ ξανά. Τίποτα τέτοιο. Γι’ αυτό οι άνθρωποι αυτού του είδους είναι κοινωνικά επιζήμιοι, δημόσιοι κίνδυνοι.

Πολιτικά μιλώντας, το πρόβλημα είναι ότι αυτό το ανθρωπολογικό είδος κυριαρχεί. Και ψηφίζει. Δηλαδή συναποφασίζει για τη μοίρα όλων.

Πολιτικά μιλώντας, το πρόβλημα είναι ότι στις δομές εξουσίας και διοίκησης έχουν παρκάρει οι πιο επιφανείς εκπρόσωποι αυτού ακριβώς του ανθρωπολογικού είδους.

Η δημοκρατία, η πολιτική, η εκλεγμένη κυβέρνηση, είναι μηχανισμοί ρύθμισης του κοινού βίου, της συνύπαρξης. Μα είναι πλέον πασιφανές ότι οι περισσότεροι από τους εκλογείς και τους εκλεγόμενους δεκάρα τσακιστή δεν δίνουν για τη συνύπαρξη. Για την ύπαρξη κόπτονται. Βιώνουμε τη στρέβλωση της δημοκρατίας, τον εκφαυλισμό της πολιτικής.

Φλερτάρει με την ουτοπία η πρόταση Γιανναρά, αλλά είναι χρήσιμη ως στόχος που αξίζει να προσεγγιστεί. Όσο περισσότερο, τόσο καλύτερα. Ας κάνουμε έστω αυτό.

Ρομπέν

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Ρομπέν σε διακοπές

.
Ραντεβού την επόμενη Κυριακή.

Ρομπέν