Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Η διάρκεια ως μέσο, οι στιγμές ως σκοπός

.
Τα πιο καθοριστικά γεγονότα της ζωής ενός ανθρώπου είναι, προφανώς, δύο στιγμές, αυτή της έναρξης και αυτή του τέλους, η γέννηση και ο θάνατος.

Ενδιάμεσα εντοπίζονται μερικές δευτερεύουσας καθοριστικής σημασίας: η στιγμή της ισόβιας δέσμευσης με έναν άλλον άνθρωπο, η στιγμή της γέννησης του απογόνου, η στιγμή της απώλειας, η στιγμή μιας σημαντικής ανακάλυψης, ενδεχομένως του φωτισμού του νου από κάποια μεγάλη αλήθεια. Αυτές, πάνω-κάτω.

Μεταξύ των καθοριστικών στιγμών διάρκειες, συγκριτικά άχρωμες, επίπεδες, αδιάφορες. Στη ζωή της διάρκειας ανήκουν τα σχέδια, οι καριέρες, οι περιουσίες, τα σπίτια, τα αυτοκίνητα, οι διακοπές, τα ταξίδια, το στιλ, οι ποζάτες φωτογραφίες με γυαλιά ηλίου και άθραυστο ύφος αιώνιας ευτυχίας.

Η ζωή της διάρκειας εμπεριέχει όλη τη ματαιότητα του κόσμου τούτου. Η ζωή της διάρκειας είναι αέρας. Δεν έχει βάρος, μάζα, αντίσταση. Είναι ευάλωτη και εύπλαστη, πάντα ορθάνοιχτη στην ακύρωση, στην ανατροπή, στον επαναπροσδιορισμό, στη διαμόρφωση από μία καθοριστική στιγμή.

Με μία εξαίρεση. Η ζωή της διάρκειας αποκτά βάρος, περιεχόμενο, σύσταση παρόμοια με κείνη των στιγμών, έτσι ώστε να δένει σε μια συνέχεια μαζί τους, σε μία και μόνο μία περίπτωση: όταν η διάρκεια εννοείται και βιώνεται ως προπαρασκευή για τις καθοριστικές στιγμές.

Από τις καθοριστικές στιγμές η γέννηση είναι η μοναδική που δεν επιδέχεται συνειδητή προπαρασκευή.

Για τον γάμο, την τεκνογονία, την αλήθεια, την απώλεια, τον θάνατο η διάρκεια γίνεται είτε προετοιμασία και γέφυρα νοήματος είτε σπατάλη και κενό. Στη δεύτερη περίπτωση το Είναι οικειοποιείται τη διάρκεια με τρόπο που μαρτυρά ψευδαίσθηση απειρότητάς της. Ενώ η ουσία είναι στις στιγμές, αναζητείται στη διάρκεια ή καθόλου. Όταν το βάρος της ουσίας μιας στιγμής (μιας αλήθειας ή του θανάτου) σφηνώνεται στο λεπτοΰφαντο σώμα της διάρκειας, το Είναι βιώνει την αιφνίδια εμφάνισή της ουσίας ως βίαια εκρίζωση, αποκόλληση σάρκας, από το οικείο – ή, καλύτερα, από το οικειοποιημένο.

Η διάρκεια ως μέσο, ως προετοιμασία, είναι ίσως το νόημα της νήψεως, την οποία οι Ορθόδοξοι Πατέρες προτείνουν ως τρόπο ζωής.

Η διάρκεια ως μέσο, οι στιγμές ως σκοπός.

Ρομπέν

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

Φτωχέ Βασίλη!

.
Είναι γεγονός, και είναι ανθρώπινο, ότι πολλές φορές λαμβάνουμε αποφάσεις ή κρίνουμε καταστάσεις με βάση κυρίως το συναίσθημα ή αποκλειστικά το συναίσθημα. Αυτό σπάνια βγαίνει σε καλό, αλλά είναι επιτρεπτό, όταν πρόκειται για προσωπικές αποφάσεις ή κρίσεις. Δημοκρατία έχουμε και ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει για τον εαυτό του και επιλογές που δεν είναι οι καλύτερες.

Το πράγμα αλλάζει όταν συζητάμε για επιλογές που γίνονται από θεσμούς και εξουσίες. Οφείλουν, τότε, οι ιθύνοντες να επικαλούνται όχι το συναίσθημα πρωτίστως, αλλά πιο στέρεα κριτήρια, λόγου χάριν αρχές, αξίες, τη λογική, τα μακροπρόθεσμα οφέλη.

Αντίστοιχα, ο πολιτικός λόγος που επικαλείται το συναίσθημα και απευθύνεται στο συναίσθημα είναι φτωχός, αν όχι κενός. Ακόμα χειρότερα, είναι χυδαίος, προσβλητικός. Προϋποθέτει ένα ακροατήριο άλογων και ανήθικων χαύνων, παντελώς στερούμενων κριτικής ικανότητας και στοιχειώδους συστήματος αρχών, ευκόλως χειραγωγούμενων με φτηνά τεχνάσματα συναισθηματικής φόρτισης, ίδια με αυτά που χρησιμοποιούνται σε σενάρια άθλιων βραζιλιάνικων σίριαλ.

Φτωχός, φτωχότατος ο πολιτικός λόγος. Ανάλογα φτωχός και ο πολιτικός άντρας που τον εκφέρει. Φτωχός σε ήθος, σε κρίση και σε όραμα.

Φτωχός σε ήθος, γιατί επιλέγει τον δρόμο της χειραγώγησης προς εξυπηρέτηση του πολιτικού ή του ατομικού συμφέροντος.

Φτωχός σε κρίση, γιατί δεν αντιλαμβάνεται ότι, με αυτήν την τακτική, μακροπρόθεσμα θα είναι και ο ίδιος χαμένος.

Φτωχός σε όραμα, γιατί δεν διανοήθηκε ποτέ να δοκιμάσει το διαφορετικό, την έκπληξη, τον δρόμο της γνησιότητας, της ουσίας.

«Η Κυβέρνηση δεν μας άφησε να χαρούμε την μεταφορά των υπηρεσιών του Δ.Θ. στο Νέο μας Δημαρχείο», ξεκινάει το διάγγελμά του ο Βασίλης Παπαγεωργόπουλος. Αυτό είναι το μείζον πρόβλημα τώρα, ότι η κυβέρνηση δεν τους άφησε να χαρούν το καινούριο τους παιχνίδι. Εν τοιαύτη περιπτώση, ας φωνάξουν κι αυτοί τον μπαμπά τους, να κάνει ντα την κυβέρνηση, που είναι τόσο κακιά.

Στη συνέχεια ο δήμαρχος κάνει έναν λεπτομερή, δακρύβρεχτο, τύπου Κονσουέλας, απολογισμό των δεινών που θα βρουν τις υπηρεσίες και τον λαό της Θεσσαλονίκης, αν ο Δήμος Θεσσαλονίκης αναγκαστεί σε στάση πληρωμών. Οι εργαζόμενοι στον Δήμο, οι άστεγοι, οι χήρες και τα ορφανά, οι ασθενείς με Αλτσχάιμερ και, τέλος πάντων, όλοι όσοι με κάποιον τρόπο εξαρτώνται από Δημοτικές Επιχειρήσεις ή από Δημοτικά Κέντρα ή Ιδρύματα θα πληγούν.

Και φταίει η κυβέρνηση γι’ αυτό. Και καλεί ο δήμαρχος τον πρωθυπουργό και τους αρχηγούς όλων τον κομμάτων να πάρουν θέση στο πρόβλημα.

Και δεν λέει κουβέντα ο δήμαρχος για το κεντρικό και ουσιώδες.

Το κεντρικό και ουσιώδες δεν είναι το αν υπάρχει πολιτική σκοπιμότητα πίσω από μια νόμιμη αντίδραση της κυβέρνησης απέναντι σε μια κατάσταση προφανούς φαυλότητας.

Το κεντρικό και ουσιώδες δεν είναι αν και αλλού στη χώρα μας, σχεδόν παντού στη χώρα μας, στον κόσμο μας, επίσης επικρατεί φαυλότητα, η οποία συχνότατα μένει ατιμώρητη.

Το κεντρικό και ουσιώδες, στο οποίο οφείλετε οπωσδήποτε να απαντήσετε, κ. Παπαγεωργόπουλε, και για το οποίο είστε υπόλογος, όσο και αν προσπαθείτε να αποσείσετε τις ευθύνες σας, είναι η φαυλότητα στον Δήμο Θεσσαλονίκης.

Πρώτον, γιατί να είναι χρεωμένος ο Δήμος;

Δεύτερον, πού χάθηκαν 33 εκατομμύρια ευρώ, πώς και γιατί επετράπη να χαθούν, γιατί δεν μαθαίνουμε εδώ και τώρα με κάθε λεπτομέρεια τι συνέβη; Ακόμα και αν εσείς δεν βάλατε στην τσέπη ούτε ένα ευρώ, ακόμα και αν στα δώδεκα χρόνια δεν πήρατε χαμπάρι τις διαρροές εκατομμυρίων, εξακολουθείτε να είστε υπεύθυνος. Σαφώς μέσα στην κοινωνία που ζούμε υπάρχει πλήθος άλλων υπευθύνων για πλήθος άλλων υποθέσεων. Αλλά δεν είναι τακτική να κρύβεστε μέσα στο πλήθος.

Αυτή η φτώχια, αυτή η πολιτική χρεοκοπία είναι πολύ πιο οδυνηρή και πολύ πιο τρομαχτική από οποιαδήποτε ατασθαλία, οποιοδήποτε σκάνδαλο. Γιατί ακυρώνει την προοπτική, πνίγει την ελπίδα, ορθώνει αδιέξοδο.

Ρομπέν

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Η αντικοινωνικότητα των μητροπόλεων

.
Η ζωή σε μια σύγχρονη μητρόπολη χαρακτηρίζεται κατά κανόνα από διασπορά των κέντρων εξυπηρέτησης των καθημερινών αναγκών. Αλλού το σπίτι, αλλού ο τόπος εργασίας, αλλού η αγορά, αλλού ο χώρος της κοινωνικής συναναστροφής, αλλού οι οικίες των φίλων και των συγγενών. Το «αλλού» εδώ δεν σημαίνει το προφανές: όχι στο ίδιο σημείο. Σημαίνει μακριά, πιο μακριά από όσο μπορεί ή είναι διατεθειμένος να περπατήσει κανείς. Σημαίνει μετάβαση που κοστίζει σε χρόνο, χρήμα και περιβαλλοντική επιβάρυνση. Σημαίνει ακόμα αίσθηση κερματισμού της ζωής, απομόνωση, μοναξιά.

Ζώντας και αλληλεπιδρώντας σε πολλούς τόπους, το υποκείμενο απομακρύνεται από το ενδεχόμενο της σχέσης με τον έναν τόπο. Ο Anthony Giddens ονομάζει αυτό το φαινόμενο «ξερίζωμα από τον χώρο» (space disembedding) και το εντάσσει, φυσικά, στις συνέπειες της νεωτερικότητας (βλέπε The Consequences of Modernity, Stanford). Βέβαια, στη νεωτερικότητα το ξερίζωμα από τον χώρο ή, άλλως, η φυγόκεντρη διάχυση στον χώρο, η «πλήρωσή» του, κρίνεται θετική εξέλιξη, αν δεν προωθείται ως αυτονόητος τρόπος του σύγχρονου υποκειμένου. Το ρίζωμα στον χώρο, ο εγκεντρισμός σε οικεία τοπικότητα, θεωρείται τουλάχιστον μπανάλ, αν όχι και καταστροφική απόκλιση.

Αλλά με αυτόν τον τρόπο, και με τις ευλογίες της νεωτερικότητας, το σύγχρονο υποκείμενο αποκλείεται από τη δυνατότητα ουσιώδους μετοχής σε κοινότητα. Στο βαθμό που μια τέτοια μετοχή κρίνεται αδιάφορη, μικρό το κακό. Αλλά στο βαθμό που θεωρείται φορέας νοήματος, το κακό είναι μεγάλο.

Βασική προϋπόθεση ουσιώδους μετοχής σε κοινότητα είναι η παρουσία. Εννοείται, η ζωντανή παρουσία, όχι η διαδικτυακή, ας πούμε. Η χαρά της σχέσης βιώνεται με τη ζωντανή παρουσία. Η χαρά είναι το ζητούμενο.

Ζώντας παντού και πουθενά, έχοντας σχέση ίσως με πολλούς ανθρώπους αλλά με κανέναν διπλανό, μετέχοντας σε πολλές αφηρημένες συλλογικότητες (έθνος, πόλη, φαν κλαμπ κόμματος, ποδοσφαιρικής ομάδας, τραγουδίστριας, ομάδες του facebook) μα σε καμία χωρικά εντοπισμένη και ζωντανή κοινότητα, ψάχνουμε πλέον τη χαρά σε υποκατάστατα κυρίως.

Ρομπέν

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Πρώτα άνθρωποι ή πρώτα υπήκοοι;

.
Είναι επιτακτικό να απαλλαχθούμε, ως λαός, το συντομότερο από το φρόνημα του δουλοπρεπή υπηκόου και από το φρόνημα του φανατικού οπαδού, τα οποία ρυθμίζουν τη στάση μας απέναντι στους εκάστοτε κυβερνώντες. Ας βάλουμε καλά στο μυαλό μας, και η πρόσφατη ιστορία παρέχει άφθονες αποδείξεις γι’ αυτό, πως μόνο του το γεγονός ότι ένας άνθρωπος έγινε υπουργός ή πρωθυπουργός δεν δηλώνει υπερφυσικές ικανότητες ή έστω κάποιου είδους ανωτερότητα. Το ελλαδικό πολιτικό σύστημα συχνά αναδεικνύει στα ύπατα αξιώματα άχρηστους, παλιοτόμαρα και προδότες. Δεν τους πρέπει ο απριόρι σεβασμός, το δέος, η ασυλία. Πρέπει να τα κερδίσουν.

Τους εκλέγουμε για να κάνουν μια δουλειά και συνήθως είτε δεν την κάνουν καθόλου είτε την κάνουν πλημμελώς. Οφείλουμε να στεκόμαστε κριτικοί απέναντί τους, να τους ελέγχουμε, να τους αμφισβητούμε, να τους απορρίπτουμε όταν χρειάζεται.

Νομίζω ότι είναι χρήσιμο, επίσης, να δώσουμε μια απάντηση στο εξής (θεωρητικό) ερώτημα: Αν μια κυβέρνηση δηλώσει επισήμως ότι σκοπός της είναι να κλέψει, να υφαρπάξει και να καταστρέψει, εξακολουθεί ο πολίτης να δεσμεύεται στην υπακοή, την καταβολή φόρων, τη νομιμότητα; Προέχει πάντα ο νόμος ή η προσωπική αίσθηση περί δικαίου και ορθότητας; Είναι πάντα το νόμιμο ηθικό και το ηθικό νόμιμο;

Ο Χένρι Ντέιβιντ Θόρω (1817-1862) γράφει, στο δοκίμιο Πολιτική Ανυπακοή:

Εγώ πιστεύω ότι οφείλουμε πρώτα να είμαστε άνθρωποι και μετά υπήκοοι. Το ευκταίο δεν είναι να τρέφουμε σεβασμό προς τον νόμο, αλλά προς το δίκαιο. Η μόνη υποχρέωση που έχω δικαίωμα να αναλάβω είναι να πράττω ανά πάσα στιγμή εκείνο το οποίο θεωρώ σωστό.

Βέβαια, μια τέτοια θέση δεν είναι χωρίς προβλήματα, αλλά ωστόσο θέτει ένα θέμα που έχει νόημα να εξεταστεί και να απαντηθεί.

Επί συγκεκριμένου:

1. Η Ελλάδα έχει χρεοκοπήσει. Δεν όφειλαν και οφείλουν οι όποιοι κυβερνώντες να μας εξηγήσουν λεπτομερώς πότε και πώς συνέβη αυτό και να προχωρήσουν στην παραδειγματική τιμωρία των υπευθύνων που έχουν ονοματεπώνυμο και κυκλοφορούν ανάμεσά μας;

2. Η Ελλάδα έχει παραχωρήσει κυριαρχικά δικαιώματα μέσω μιας δανειακής σύμβασης που κάποιοι την ονομάζουν αποικιοκρατική. Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι θα ήταν προτιμότερη η λύση της αναδιάρθρωσης του χρέους. Μπορεί όλοι αυτοί οι κάποιοι να μην ξέρουν τι λένε. Αλλά δεν όφειλαν και δεν οφείλουν οι κυβερνώντες να μας εξηγήσουν λεπτομερώς τα υπέρ και τα κατά της κάθε λύσης, τους όρους του περίφημου Μνημονίου, τις συνέπειες και τις προοπτικές, πριν προβούν σε μια απόφαση ιστορικής, όπως όλα δείχνουν, για τη χώρα σημασίας; Δεν άρμοζε ακόμα και δημοψήφισμα για μια τόσο σημαντική απόφαση;

3. Αν αυτοί οι κάποιοι τελικά ξέρουν τι λένε – κι αυτό το αποφασίζει ήδη ο καθένας για τον εαυτό του ή περιμένει τον χρόνο να το δείξει με σαφήνεια σε όλους – τότε αυτή η κυβέρνηση δεν ενεργεί κατά του συμφέροντος του ελληνικού λαού; Δεν σημαίνει αυτό ακύρωση του κοινωνικού συμβολαίου; Δεν ανοίγει τον δρόμο προς την πολιτική ανυπακοή;

4. Οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης μπορεί να μη δήλωσαν επισήμως ότι σκοπός τους είναι να κλέψουν, να υφαρπάξουν και να καταστρέψουν, αλλά στην πράξη αυτό έκαναν. Και η τωρινή κυβέρνηση είναι υπόλογη για ολιγωρία και ύποπτη για τη διάπραξη του τελικού και μέγιστου εγκλήματος, του ξεπουλήματος της χώρας. Υπό αυτές τις συνθήκες εξακολουθεί ο πολίτης να δεσμεύεται στην υπακοή, την καταβολή φόρων, τη νομιμότητα; Δεν γίνεται έτσι συνένοχος στο τελικό και μέγιστο έγκλημα;

Δεν καταθέτω προτάσεις. Θέτω ερωτήματα. Βοηθήστε με να τα απαντήσουμε.

Ρομπέν