Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΠΑΠΑΔΗΜΟΥ

.
του Γιώργου Κασιμάτη

Tις τελευταίες μέρες όλοι είμαστε μάρτυρες της μεταβολής της στάσης τόσο της κοινής όσο και της πολιτικής γνώμης απέναντι στην Ελλάδα και στο ελληνικό πρόβλημα। H μεταβολή αυτή, που παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις είναι ένα γεγονός πολύ θετικό και δίνει μεγάλη δύναμη στον ελληνικό λαό. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι μειώνει το αίσθημα ενοχής που μας είχε εμφυσήσει -μαζί με το συνεχιζόμενο φόβο- ο μηχανισμός συμφερόντων των δανειστών. Το αίσθημα ενοχής, που κάνει τον άνθρωπο να κατεβάζει το κεφάλι υποτακτικά, ασκεί την αντίστοιχη επίδραση και στο λαό. Οι πολιτικοί της Ευρώπης, όπως και πολλοί εδώ στη χώρα μας, είχαν ξεχάσει, -γιατί ίσως τους συνέφερε- ότι ποτέ λαός δεν μπορεί να κατηγορηθεί ως κακός λαός. Υπάρχουν πάντοτε αιτίες ή/και αίτιοι για ένα κακό, αλλά ποτέ ένας λαός δεν μπορεί να λοιδορηθεί, ούτε να υποβληθεί σε θεραπεία. Σε όσους Έλληνες τα βάζουν άδολα με τους εαυτούς τους και με τον ελληνικό λαό, η απάντηση είναι μία: Αυτό που κάνετε μπορεί να είναι ιστορία, κοινωνιολογία, πολιτική επιστήμη ή ό,τι άλλο, δεν είναι όμως πολιτική απάντηση στο κακό. Παρά ταύτα, οι «πολιτισμένοι» βόρειοι ευρωπαίοι προσπαθούν συνεχώς να κολλήσουν στους μεσογειακούς λαούς, με το συνολικό χαρακτηρισμό «γουρούνια» (PIGS), το «στίγμα ανομίας», ξεχνώντας ότι σ' αυτούς οφείλουν τον πολιτισμό τους.

Ευχάριστη είναι η μεταβολή της στάσης των «εταίρων» μας, αλλά δεν πρέπει ούτε να μας παραπλανήσει ούτε να μας καθησυχάσει. Η επιβολή του άνομου και απάνθρωπου προγράμματος συνεχίζεται με γεωμετρική αυστηρότητα και σκληρότητα. Και τούτο, παρά το ότι όλοι -ακόμη και η Κα Μέρκελ- ομολόγησαν ότι απέτυχε η πρώτη φάση του.

Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή την Κυριακή στις 12/2 τις ομιλίες του Πρωθυπουργού και του Αντιπροέδρου και Υπουργού των Οικονομικών. Οι δύο κορυφαίοι εκπρόσωποι της Κυβέρνησης, που είναι και οι κύριοι υπεύθυνοι για τη διαμόρφωση και αποδοχή της δεύτερης φάσης του επιβαλλόμενου προγράμματος και της συνέχισης εφαρμογής της πρώτης, συγκεντρώνουν - σε μια παγκοσμίως ασυνήθιστη συγκυρία- ειδικές επιστημονικές και εμπειρικές γνώσεις ανώτατου επιπέδου δύο μεγάλων κλάδων της επιστήμης που είναι κατεξοχήν ειδικές για τη δημοκρατική νομιμότητα, τη θεσμική συμβατότητα και την οικονομική καταλληλότητα και αποτελεσματικότητα του εφαρμοζόμενου προγράμματος και της επιβολής του. Ενός προγράμματος που προκαλεί την εξαθλίωση των ευρύτερων στρωμάτων του ελληνικού λαού, την εξάρθρωση του μεσαίου κοινωνικού και οικονομικού χώρου και την κατάλυση όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας.

Από τις ομιλίες των δύο κορυφαίων εκπροσώπων της κυβέρνησης έμειναν -και πάλι- αναπάντητα τέσσερα μεγάλα ερωτήματα, που αφήνουν αντίστοιχα τέσσερα μεγάλα κενά στην ενημέρωση του ελληνικού λαού. Ας τα δούμε από κοντά:
Ερώτημα πρώτο: Ήδη αναφέραμε ότι όλες οι πλευρές έχουν ομολογήσει ότι το πρόγραμμα που τέθηκε σε εφαρμογή με τις δανειακές συμβάσεις του Μαΐου 2010 απέτυχε. Αλλά και σήμερα, όλοι οι διακεκριμένοι και ανεξάρτητοι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι η συνέχιση του προγράμματος («με το δεύτερο Μνημόνιο») είναι από αναποτελεσματική έως καταστροφική. Το ερώτημα που γεννιέται είναι αυτονόητο: Γιατί, άραγε, επιμένουν δανειστές και κυβέρνηση σε ένα αποτυχημένο πρόγραμμα; Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν ακούστηκε ποτέ από επίσημα χείλη ένα ουσιαστικό επιχείρημα υπέρ του προγράμματος που μας επιβάλλεται. Το μόνο που ακούγεται ακατάπαυστα από τους κυβερνώντες, τους δανειστές μας και τους υποστηρικτές τους είναι ότι το πρόγραμμα αυτό είναι το μόνο που «θα μας σώσει» και ότι «χωρίς αυτό, ακολουθεί το χάος και η ανεξέλεγκτη χρεοκοπία». Αυτό, βεβαίως, δεν είναι επιχείρημα. Μόνο εκβιασμός μπορεί να είναι.

Ερώτημα δεύτερο: Ως προς την αδιάκοπη απειλή της «ανεξέλεγκτης και καταστροφικής για την Ελλάδα χρεοκοπίας», που επαναλαμβάνουν αδιάκοπα η κυβέρνηση, οι δανειστές και οι υποστηρικτές τους: Ο πρωθυπουργός και ο υπουργός οικονομικών, στη συνεδρίαση της Βουλής της 12/2, αφού απέφυγαν να υποστηρίξουν με κάποιο ουσιαστικό και αξιόπιστα θεμελιωμένο επιχείρημα την ορθότητα του νέου προγράμματος, επανέλαβαν πολλές φορές με δραματικό τρόπο την απειλή: «αν αυτό δε γίνει δεκτό, η μοναδική εναλλακτική λύση είναι η ανεξέλεγκτη και καταστροφική χρεοκοπία». Με ιδιαίτερη, μάλιστα, προσοχή στη διατύπωση του λόγου τους, παρουσίασαν το πρόγραμμα ως προϊόν επιβολής και ανυποχώρητης θέλησης των δανειστών μας. Ο δε κ. Βενιζέλος, θέλοντας προφανώς να αποσείσει την ευθύνη του ειδικού γνώστη της σωρευτικής και κατάφωρης παραβίασης του Συντάγματος και του ευρωπαϊκού και του διεθνούς δικαίου, είπε κάτι πολύ αποκαλυπτικό και αληθινό για το πού βαδίζει, δυστυχώς, η Ευρώπη: «Οι Βρυξέλλες δεν ακούν τίποτα για νομιμότητα!».

Και εδώ δημιουργείται το ερώτημα: Πώς η Ελλάδα θα πάει στην ανεξέλεγκτη και καταστροφική χρεοκοπία, αν απορρίψει το πρόγραμμα των «Μνημονίων», που της επιβάλλεται; Το ερώτημα είναι τριπλό, γιατί όλοι ξέρομε τρία πράγματα για μια ανεξέλεγκτη και καταστροφική για την Ελλάδα χρεοκοπία: (α) Το πρώτο είναι ότι, για να γίνει αυτό, θα πρέπει να μας εκδιώξουν από την Ευρωζώνη και ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει με νόμιμα μέσα, γιατί δεν προβλέπεται τέτοια διαδικασία. Για να μας εκδιώξουν, πρέπει να παραβιάσουν τις συνθήκες της ΕΕ. Αντίθετα, σύμφωνα με τις Συνθήκες, πρέπει να καταστρώσουν, μαζί με την Ελλάδα, ένα σχέδιο βοήθειας για μια βιώσιμη και νόμιμη αντιμετώπιση της κρίσης της. Θα παραβιάσουν λοιπόν -άλλη μια φορά- τα κράτη της Ευρωζώνης τις συνθήκες της ΕΕ; (β) Το δεύτερο που γνωρίζομε είναι ότι μια ανεξέλεγκτη και καταστροφική πτώχευση θα σημαίνει πλήρη απώλεια του συνόλου των δανειακών δικαιωμάτων των δανειστών. Είναι έτοιμοι οι δανειστές μας να δεχτούν τέτοια θυσία; Ή κρύβουν στη σκέψη τους και άλλη παραβίαση του ευρωπαϊκού και του διεθνούς δικαίου; (γ) Το τρίτο, τέλος, και σημαντικότερο που γνωρίζομε είναι ότι η ανεξέλεγκτη πτώχευση της Ελλάδας θα συμπαρασύρει και τις οικονομίες της Ευρώπης -ίσως και των ΗΠΑ- σε πολύ μεγάλες περιπέτειες. Αυτό το υποστηρίζει η συντριπτική πλειονότητα των οικονομολόγων. Αλλά τι άλλο θέλομε, αφού, σύμφωνα με προτελευταίο Spiegel (Nr. 7/13.2.12, σελ. 20), το δήλωσε η ίδια η Καγκελάριος Μέρκελ: «Θέλω η Ελλάδα να μείνει στο ευρώ. Δε θα συμμετάσχω ποτέ σε μια απόφαση εξώθησης της Ελλάδας από το ευρώ. Αυτό θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες». Ανάλογες δηλώσεις έκανε και τελευταία. Το ίδιο γερμανικό περιοδικό (σελ. 21), συνάγοντας κακές συνέπειες από την ασυμφωνία των κυβερνήσεων της Ευρωζώνης με την πρόεδρο του ΔΝΤ Lagarde να βρουν μια «δραστική θεραπεία» της ελληνικής κρίσης, προσθέτει: «Έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη πρέπει, λόγω των ανυπολόγιστων συνεπειών, οπωσδήποτε να αποφευχθεί». Η τραγικότερη, όμως, ομολογία, είναι αυτή της Τρόικα στην πρόσφατη απόρρητη έκθεση που αποκαλύφθηκε (βλ. περασμένο «Ελεύθερο Τύπο» και Spiegel, Nr. 8/18.2.12, σελ. 17, με τον τιτλο: «Καταστροφικό επίσημο ντοκουμέντο για την Ελλάδα»). Για όλα αυτά έχει απάντηση η κυβέρνηση Παπαδήμου;

Ερώτημα τρίτο. Είναι γνωστό ότι το πρόγραμμα δανεισμού που εφαρμόζεται στη χώρα μας αποτελεί παλαιό σχέδιο που κατέστρωσε πριν από αρκετές δεκαετίες το ΔΝΤ στη Washington και εφάρμοζε σχεδόν πάγια σε χώρες του τρίτου κόσμου. Σήμερα το εφαρμόζει -πιλοτικά για την Ευρώπη- στη χώρα μας. Γνωστά και πάγια είναι και τα βασικά του χαρακτηριστικά: εξαντλητική λιτότητα (και συνακόλουθη ύφεση), μεγάλη και ανεξέλεγκτη ανεργία, εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις και όλα αυτά με τις ήδη γνωστές καταστροφικές συνέπειες. Σ' αυτό το σχέδιο αντιμετωπίζεται, επίσης, το κράτος-οφειλέτης ως ιδιώτης και επιβάλλεται η εφαρμογή του ιδιωτικού δικαίου, ώστε το δανειζόμενο κράτος να μην έχει τα πλεονεκτήματα και κυρίως τις ασυλίες του διεθνούς δικαίου. Στη σημερινή εφαρμογή του σχεδίου του ΔΝΤ στην Ευρώπη, τίθεται ως όρος του δανεισμού το (ιδιωτικό) αγγλικό δίκαιο, το οποίο είναι διπλά δυσμενές για τον οφειλέτη: είναι ιδιωτικό δίκαιο, μη δεχόμενο τις ασυλίες και τα ευεργετήματα του κράτους που προβλέπει το δημόσιο διεθνές δίκαιο για τις διεθνείς συμβάσεις, και, επιπλέον, είναι υπέρ του δανειστή, μη αναγνωρίζοντας κανένα από τα πλεονεκτήματα υπέρ του οφειλέτη που προβλέπουν το ελληνικό δίκαιο και το δίκαιο όλων των κρατών της ηπειρωτικής Ευρώπης. Ο σημαντικότερος, όμως, σκοπός της ανυποχώρητης επιβολής του αγγλικού δικαίου είναι να παρεμποδιστεί η προσφυγή του κράτους-οφειλέτη στις αμέσως παρακάτω αναφερόμενες λύσεις που παρέχει το διεθνές δίκαιο. Το σχέδιο αυτό του ΔΝΤ, σύμφωνα με την κρατούσα θέση των διεθνολόγων, είναι αντίθετο στο διεθνές δίκαιο και, συνεπώς, οι συμβάσεις του είναι άκυρες.
Αντίθετα με το εφαρμοζόμενο απάνθρωπο σχέδιο δανεισμού της χώρας μας του ΔΝΤ, το διεθνές δίκαιο και η διεθνής πρακτική προσφέρουν, από τη δεκαετία του 1930 και εδώ, τη χρησιμοποίηση των ακόλουθων αρχών και κανόνων, που έχουν επίσημα καταγραφεί και εφαρμοστεί: (α) Την αρχή ότι κάθε κράτος οφείλει να διασφαλίζει κατά απόλυτη προτεραιότητα τις βασικές ανάγκες του λαού του (κατώτατο όριο αξιόπρεπους διαβίωσης, παιδεία-εκπαίδευση, υγεία-κοινωνική ασφάλιση κ.λπ) και μετά να εκπληρώνει τις διακρατικές του υποχρεώσεις. (β) Το δικαίωμα και την υποχρέωση, όταν οι βασικές ανάγκες απειλούνται από τον (υπέρ)δανεισμό, να προβαίνει σε στάση πληρωμών απέναντι στους δανειστές, οι οποίοι δε δικαιούνται να προβούν ούτε σε αντίποινα ή άλλες κυρώσεις κατά του κράτους οφειλέτη, ούτε σε στάση των δικών τους υποχρεώσεων απέναντι σ' αυτό. (γ) Το δικαίωμα και την υποχρέωση να γίνει έλεγχος του συνολικού χρέους και να προσδιοριστεί το ποσό του υπερδανεισμού, δηλαδή του λεγόμενου «επαχθούς» ή «επονείδιστου» χρέους, και να διαγραφεί αυτό. (δ) Το δικαίωμα και την υποχρέωση να ελεγχθεί η νομιμότητα των δανειακών συμβάσεων και των όρων τους και να αποκατασταθεί η νομιμότητα. Πρόσφατες επικλήσεις του παραπάνω ευνοϊκού διεθνούς δικαίου είναι αυτές της Αργεντινής και του Ισημερινού. Πρέπει να σημειώσομε εδώ ότι η Ελλάδα είναι από τις πρώτες χώρες που επικαλέστηκε το διεθνές αυτό δίκαιο, προβαίνοντας σε στάση πληρωμών το 1936, δικαιώθηκε δε από το τότε αρμόδιο διεθνές δικαστήριο της Κοινωνίας των Εθνών. Σημειώνομε επίσης, ότι η χώρα μας σήμερα, στο πλαίσιο της αυστηρής νομιμότητας των Συνθηκών της ΕΕ, είναι σε πλεονεκτική θέση για την επίκληση του διεθνούς δικαίου.

Και εδώ τίθεται το ερώτημα: Οι κυβερνήσεις Γιώργου Παπανδρέου και Λουκά Παπαδήμου, αντί να οδηγούν τον ελληνικό λαό σε πλήρη εξαθλίωση και την ελληνική οικονομία και κοινωνία σε πλήρη εξάρθρωση και διάλυση, έχουν θέσει -τουλάχιστον- στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές μας τις δυνατότητες αυτές που έχει η Ελλάδα από το διεθνές δίκαιο; Η σημερινή κυβέρνηση και τα κόμματα που τη στηρίζουν σκέπτονται να κάμουν χρήση αυτών των κανόνων;

Ερώτημα τέταρτο. Είναι παγκοίνως γνωστό ότι η Ελλάδα, αν είχε την παραγωγικότητα που έχουν άλλες υπερχρεωμένες χώρες της Ευρώπης, θα είχε και την αντίστοιχη αντοχή στη σημερινή κρίση. Είναι, επίσης, αυτονόητο ότι για την πολυπόθητη οικονομική ανάκαμψη, έκτος από την πραγματική αποκατάσταση της βιωσιμότητας του δανεισμού, που σκιαγραφήσαμε πιο πάνω, είναι απόλυτα αναγκαίες και διαρθρωτικές μεταβολές, την κύρια θέση μεταξύ των οποίων έχει η αναδιοργάνωση του κρατικού μηχανισμού. Η Τρόικα δεν έδειξε -μάλλον δόλια- πραγματικό ενδιαφέρον γι' αυτό το θέμα. Το ενδιαφέρον της ήταν και είναι οι εισπράξεις από οριζόντιες περικοπές αποδοχών, που εξαθλιώνουν την κοινωνία, και δημόσιων δαπανών, που, χωρίς προηγούμενη αναδιάρθρωση των αντίστοιχων υπηρεσιών, (από)διαλύουν το κράτος. Και εδώ τίθεται το ερώτημα: Γιατί η κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου και η κυβέρνηση Λουκά Παπαδήμου, που κατά το Σύνταγμα είναι πολιτική κυβέρνηση πλήρους ευθύνης, δεν εξήγγειλαν, από την πρώτη κιόλας μέρα της διακυβέρνησής τους, πρόγραμμα -έστω σε γενικές γραμμές- αναδιοργάνωσης του κρατικού μηχανισμού, ώστε να γίνει αποτελεσματικό και παραγωγικό το κράτος; Που είναι το συγκεκριμένο πρόγραμμα των κομμάτων που στηρίζουν την πολιτική αυτού του δανεισμού, που υφίσταται η Ελλάδα;

Θεωρώ περιττό να επισημάνω πριν από το συμπέρασμά μας, ότι η μη ειλικρινής και ουσιαστική ενημέρωση του λαού για τα παραπάνω ερωτήματα, που έχουν ζωτική σημασία για τον ίδιο και για τις επόμενες γενιές, φανερώνουν την πολιτική γύμνια της χώρας και πλήττουν τα θεμέλια της δημοκρατίας.

Συμπέρασμα: Από όλα αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα προκύπτει ότι οδηγούμαστε στην πιο καταστροφική λύση για τη χώρα: στην «ελεγχόμενη χρεοκοπία», που θα διασφαλίσει τους δανειστές και τους ανομολόγητους σκοπούς τους και θα αλώσει ολοκληρωτικά την Ελλάδα για πολλές γενιές. Η κατάληξη αυτή είναι, αναμφίβολα πολύ χειρότερη από την ανεξέλεγκτη χρεοκοπία, με την οποία μας απειλούν και μας εκβιάζουν καθημερινά δανειστές, κυβέρνηση και όργανά τους. Η ανεξέλεγκτη χρεοκοπία θα έπληττε μια γενιά, αλλά θα σώζονταν οι επόμενες. Η δημοκρατία θα αποκαθίστατο. Θα διαγράφονταν εις όφελος της Ελλάδας τα παράνομα δάνεια που της επέβαλαν και ο αγώνας για ανάπτυξη θα ήταν στα χέρια της ως ανεξάρτητου κράτους. Επιπλέον, δε θα εξαρθρωνόταν ο κοινωνικός και οικονομικός ιστός της χώρας και οι πήγες πλούτου θα έμεναν ελληνικές για την ανάπτυξη της Ελλάδας, ενώ οι επόμενες γενιές της χώρας θα έμεναν εδώ. Η «ελεγχόμενη χρεοκοπία» σημαίνει: Συνέχιση της υποτέλειες και την ολοκληρωτικής κατάλυσης της εθνικής κυριαρχίας, συνέχιση της κατάλυσης της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, διασφάλιση όλων των άνομων δικαιωμάτων των δανειστών, διατήρηση των παράνομων δανειακών συμβάσεων με συνέχιση της εφαρμογής των εξοντωτικών προγραμμάτων του ΔΝΤ, απώλεια των πηγών του εθνικού πλούτου, συνέχιση της εξάρθρωσης και του αφελληνισμού της ελληνικής κοινωνίας και της εθνικής οικονομίας, πλήρη εξαθλίωση του ελληνικού λαού, απώλεια πολλών γενιών νέων και άλωση και αφελληνισμό της Ελλάδας για ανυπολόγιστο αριθμό δεκαετιών. Με λίγες λέξεις: η «ελεγχόμενη πτώχευση» σημαίνει ολοκληρωτικό έλεγχο της Ελλάδας υπέρ των δανειστών και των άνομων σκοπών τους..
.

Δεν υπάρχουν σχόλια: