Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Ο κατήφορος του νοήματος

.
Πολλές συζητήσεις πολιτικού ή αμπελοφιλοσοφικού περιεχομένου, από την ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ μέχρι τη σκοπιμότητα των εμβολιασμών για τη νέα γρίπη, καταλήγουν σε ένα κρίσιμο ερώτημα: γιατί τα άτομα ή οι συλλογικότητες (κυβερνήσεις, εταιρίες) συντηρούν μια τακτική αντικοινωνική έως απάνθρωπη ενώ έχουν ήδη πετύχει την ικανοποίηση όλων των αναγκών που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος ή να φανταστεί η πιο οργιώδης φαντασία;

Ας εξετάσουμε το παράδειγμα ενός χρηματιστή στη Wall Street ή ενός τραπεζίτη-διακινητή τοξικών παραγώγων, δηλαδή ενός αεριτζή, ενός νταβατζή της ανάγκης, της απληστίας, της άγνοιας και της ηλιθιότητας. Πολύ σύντομα αποκτά πλούτη αμύθητα. Ποιος ο λόγος να συνεχίσει το ίδιο βιολί; Γιατί να μην αποσυρθεί; Ή γιατί να μην το γυρίσει σε μία δραστηριότητα πιο παραγωγική, πιο έντιμη, πιο φιλική για τις κοινωνίες;

Στο μυαλό μου έρχονται, επίσης, τα γεράκια της Ουάσιγκτον. Άνθρωποι χορτασμένοι από εξουσία, τακτοποιημένοι οικονομικά για πολλές γενιές, δικτυωμένοι στα πιο ισχυρά λόμπι. Με μετοχές και θέση στο διοικητικό συμβούλιο των πιο κερδοφόρων εταιριών πετρελαίου, φαρμάκων και όπλων. Για ποιο λόγο συνεχίζουν; Τι έχουν ακόμα να κερδίσουν; Γιατί δεν αφήνουν τον κόσμο ήσυχο;

Δε νομίζω ότι ο λόγος είναι το χρήμα – έχουν, ουσιαστικά, ανεξάντλητο. Ούτε η δόξα – ήδη τους ξέρει ολόκληρος ο πλανήτης. Νομίζω ότι ο λόγος είναι το νόημα ζωής.

Υποθέτω ότι, αν αυτοί οι άνθρωποι αποσύρονταν για να απολαύσουν τους καρπούς του «μόχθου» τους, όπως θα έκαναν ή φαντάζονται ότι θα έκαναν όσοι δεν έχουν βρεθεί σε ανάλογη θέση, το επόμενο πρωί δεν θα ήξεραν τι να πράξουν, πώς να κινηθούν, πώς να ζήσουν. Η ζωή τους θα έχανε το νόημά της.

Τείνουμε να θεωρούμε ως νόημα ζωής κάτι «υψηλό», ιδανικό, όπως η ελευθερία ή η πίστη στο Θεό. Το παρελθόν, άλλωστε, έχει να επιδείξει όχι λίγα παραδείγματα ιδεολόγων, αγωνιστών την ελευθερίας, Χριστιανών, που θυσίασαν τη ζωή τους στην προσπάθεια να διαφυλάξουν ή να ξανακερδίσουν το νόημα της. Αν ο άνθρωπος είναι ικανός να θυσιάσει την ίδια τη ζωή του για έναν σκοπό, υποθέτω ότι πολύ πιο άνετα είναι ικανός να θυσιάσει τις ζωές άλλων για τον ίδιο σκοπό.

Έτσι είναι. Για ένα νόημα ζούμε όλοι. Και το προασπίζουμε με κάθε τρόπο και μέσο. Μόνο που για κάποιους το νόημα της ζωής δεν είναι η ελευθερία ούτε μια ιδεολογία ούτε η μεταφυσική αναζήτηση. Είναι η συναρπαστική τους καθημερινότητα. Το χρυσάφι. Η δύναμη. Οι κρίσιμες αποφάσεις. Τα σμήνη των ανθρώπων που τους περιτριγυρίζουν, που εργάζονται γι’ αυτούς, που εξαρτώνται από αυτούς. Οι γρήγοροι ρυθμοί. Τα γρήγορα αυτοκίνητα. Το βραδινό όργιο στη βίλα του δικαστή. Η απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας.

Αυτά συνθέτουν το ζωτικό τους ψεύδος ή, αλλιώς, τη ζωτική τους εικονικότητα. Έχουν εθιστεί σ’ αυτήν, δεν μπορούν ν’ ανασάνουν έξω απ’ αυτήν, δεν διανοούνται τη ζωή χωρίς αυτήν. Και δεν πρόκειται να την αποχωριστούν ποτέ. Ακόμα κι αν η δική τους εικονικότητα σακατεύει ή σκοτώνει την πραγματικότητα χιλιάδων, εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων.

Στην κορυφή της κλίμακας το παιχνίδι δεν παίζεται πια για το χρήμα ή για τη δόξα. Παίζεται για το νόημα. Το παιχνίδι είναι το νόημα.

Ίσως δεν είναι δίκαιο να κρίνουμε ένα άτομο για την επιδίωξη του νοήματος της ζωής του, όποιο και αν είναι αυτό, όποιες οι επιπτώσεις του. Ίσως μπορούμε να το κρίνουμε μόνο για την επιλογή ενός νοήματος ή για την εμμονή του σ’ αυτό το νόημα.

Μα, όσον αφορά τις επιλογές των ατόμων, μεγάλο μέρος της ευθύνης φέρει η κοινωνία και ιδιαίτερα η παιδευτική της λειτουργία, η παιδεία. Μια κοινωνία είναι σε παρακμή, όταν συστηματικά αποτυγχάνει να προκρίνει ως αυτονόητες επιλογές νοήματα κοινωνιοκεντρικά και επιτρέπει να επικρατήσουν νοήματα ατομοκεντρικά, δηλαδή ανθενωτικά, δηλαδή διαλυτικά της κοινωνίας, δηλαδή αυτοκαταστροφικά.

Έτσι εχόντων των πραγμάτων, ο κατήφορος είναι μακρύς. Με απονεκρωμένη παιδεία, με σπασμένες πυξίδες, μια κοινωνία δεν αργεί να φτάσει στο σημείο όπου θεός γίνεται η προσφιλής ποδοσφαιρική ομάδα και νόημα ζωής η νίκη σε κάθε ματς. Και προασπίζουν αυτό το νόημα, οι άφρονες οπαδοί, όπως οφείλουν: με κάθε τρόπο και μέσο.

Ρομπέν

2 σχόλια:

tassos είπε...

νομίζω για τα ανώτερα κλιμάκια το έχεις πιάσει σωστά: το ζητούμενο είναι η αύξηση ή έστω η διατήρηση της προσωπικής ισχύος και της αίσθησης αυταξίας που δίνει αυτή. Χρήμα και εξουσία (με την ευρεία έννοια, όχι μόνο την πολιτική) ταυτίζονται με αυτή την ισχύ. Επίσης όταν αυτά τα κλιμάκια είναι ολιγορπόσωπα ο ανταγωνισμός προσωποποιείται (εδώ προσωποιείται στο κομμωτήριο και το καφέ, δε θα γίνει το ίδιο στους διαδρόμους της Goldman ή του State Dept;) και διαιωνίζεται.

Όσο για τις συλλογικότητες, οι δομές είναι τέτοιες που επιτρέπουν ή και προτρέπουν αυτού το είδους τη συμπεριφορά -- το one-upmanship as a way of life, τη διαρκή προσπάθεια για αύξηση περιουσίας και επιρροής.

DPurpler είπε...

Η εξουσία και η ισχύς είναι το καλύτερο αφροδοσιακό Ρομπέν. Πολύ απλά: γουστάρουν.