Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Φόνος, συναίσθημα και σκοπιμότητες

Όσον αφορά τον φόνο του νεαρού Αλέξη Γρηγορόπουλου, βλέπω τρία διαφορετικά (αν και αλληλοσχετιζόμενα) σκέλη της συζήτησης:

1. το καθαυτό γεγονός του φόνου

2. οι συνθήκες, τα αίτια, οι ευθύνες

3. τα παρεπόμενα επεισόδια

Όταν η συζήτηση γίνεται ταυτοχρόνως και αδιακρίτως και στα τρία σκέλη, τότε αυτό που συμβαίνει είναι να μπλέκονται τα σκέλη, δηλαδή να μπερδεύουμε τα μπούτια μας. Δηλαδή σύγχυση. Γιατί, όταν έχει χαθεί μια ανθρώπινη ζωή, «τι να μιλάμε τώρα για σπασμένα τζάμια;». Εύκολοι αφορισμοί.

Ας τα ξεκαθαρίσουμε.

Πρώτο σκέλος. Χάθηκε η ζωή ενός παιδιού 15 ετών. Όπως και αν το πιάσεις, ό,τι και αν μεθοδεύσεις, ό,τι χρώμα γυαλιά και αν φορέσεις, το γεγονός είναι τραγικό. Και η απώλεια για την οικογένεια και τους οικείους του παιδιού δυσβάσταχτη, αφάνταστα οδυνηρή. Τέλος.

Δεύτερο σκέλος. Δεν ήμουν εκεί. Δεν ξέρω τι έγινε. Δεν στηρίζομαι σε δηλώσεις και διαδόσεις και μου φαίνεται ύποπτος καθένας που σπεύδει να στηριχτεί, για να εξαγάγει πολιτικά και άλλα συμπεράσματα ή να καταλογίσει, δίκην εισαγγελέα, ηθικές και ποινικές ευθύνες. Και εννοώ και τις δύο πλευρές, δηλαδή και τους κατήγορους και την υπεράσπιση του αυτουργού. Υπάρχει αρμόδιος ιατροδικαστής, αρμόδιος πραγματογνώμονας της βαλιστικής έρευνας, αρμόδιος εισαγγελέας και αρμόδιος δικαστής. Αυτοί θα αποφανθούν. Όλα τα άλλα είναι άκριτες βιασύνες, στην καλύτερη περίπτωση, ή δόλια μεθόδευση, στην χειρότερη.

Τρίτο σκέλος. Εδώ θέλω να σταθώ. Όχι γιατί εκτιμώ ότι «τα σπασμένα τζάμια» μετράνε πιο πολύ από τον θάνατο του παιδιού. Αλλά γιατί εδώ μου φαίνεται ότι υπάρχει το περισσότερο «ψωμί» για σχολιασμό.

Θα ξεκινήσω από τα παιδιά που διαδηλώνουν. Δεν ξέρω αν τα σπάνε κιόλας. Αν τα σπάνε, είναι φάουλ και κόκκινη κάρτα, και ας μιλάει όσο θέλει ο κ. Αλαβάνος για «κοινωνική εξέγερση της νεολαίας». Ας υποθέσουμε εδώ ότι οι μαθητές και οι φοιτητές δεν συμμετείχαν καθόλου στις βιαιοπραγίες, οι οποίες διαπράχθηκαν αποκλειστικά από εγκάθετα στοιχεία, κουκουλοφόρους και προβοκάτορες. Σε αυτήν την περίπτωση σέβομαι το συναίσθημα των παιδιών που διαδηλώνουν. Αλλά δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω ότι πρόκειται για συναίσθημα και τίποτε άλλο. Θεωρώ εντελώς απίθανο να έχουν οι δεκαπεντάχρονοι πολιτική συνείδηση, αγωνιστικό σκοπό και αγωνιστικό σχέδιο. Τα περί κοινωνικής εξέγερσης της νεολαίας ηχούν αστεία. Στο πλαίσιο μιας συναισθηματικής εκφόρτισης (από τη συνισταμένη φόρτιση που οφείλεται σε όλα τους τα προβλήματα, όχι μόνο στον φόνο του Αλέξη), μπορούν να κάνουν πορείες μέχρι να βγάλουν τα πόδια τους κάλους, να φωνάξουν μέχρι να κλείσει η φωνή τους και να πετάξουν στα ΜΑΤ όλες τις πέτρες των δρόμων. Αλλά το αύριο θα παραμείνει στη θέση του ανέπαφο. Αύριο ο Αλέξης θα έχει ξεχαστεί και τα προβλήματα που μαστίζουν την κοινωνία θα εξακολουθούν να είναι άλυτα.

Περνώντας έξω από ένα σχολείο είδα δύο μαθητές σκαρφαλωμένους στα κάγκελα να απλώνουν ένα πανό, που έγραφε:

«Αλέξη, έφυγες άδικα. Θα σε θυμόμαστε για πάντα.»

Είναι τρυφερό το μήνυμα. Σχεδόν αισθάνομαι πόσο γρήγορα χτυπάνε οι καρδιές αυτών των παιδιών, πώς ανατριχιάζουν, πώς δακρύζουν, πώς συνεπαίρνονται από την ιερότητα (μέσα από τα δικά τους μάτια) μιας κινητοποίησης και πώς ξεχύνονται ασυγκράτητα να προασπίσουν το δίκαιο.

Αλλά είναι πράγματι έτσι; Σίγουρα έφυγε άδικα ο Αλέξης. Όμως πόσοι θα τον θυμούνται για πάντα; Πόσων τη σκέψη θα απασχολεί ο Αλέξης σε έναν χρόνο από τώρα, όταν θα έχει πάψει να απασχολεί τα δελτία των ειδήσεων; Και ένα βήμα παραπέρα: πόσοι από τους μικρούς «εξεγερμένους» θα ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν ένα κόστος για αυτήν την «εξέγερση». Γιατί, αν γενικά δεν υπήρχε κόστος, ο κόσμος θα ήταν γεμάτος από Τσε Γκεβάρα. Αλλά εγώ μόνο έναν ξέρω. Αν τους κόβανε το χαρτζιλίκι για έναν μήνα, θα κατέβαιναν στις πορείες; Αν τους παίρνανε το κινητό για έναν χρόνο, θα κατέβαιναν; Αν τους δινόταν η ευκαιρία να δουλεύουν για τέσσερις μόνο ώρες μία μόνο φορά την εβδομάδα επί ένα χρόνο, για να ενισχύσουν οικονομικά την οικογένεια του αδικοχαμένου Αλέξη (το οποίο μου φαίνεται πολύ πιο χρήσιμο για την οικογένεια από το κάψιμο των πανεπιστημίων), θα το έκαναν; Και πόσοι; Είναι λίγο διαφορετικά τα πράγματα, όταν εισάγεις την έννοια του κόστους. Αλλά από τα γεγονότα της εβδομάδας που πέρασε, κόστος προέκυψε μόνο για τους άλλους. Για τους διαδηλωτές κανένα. Και μόνο αυτό το γεγονός ακυρώνει ιδεολογικά ή τουλάχιστον υποβαθμίζει την «εξέγερσή» τους.

Ας αφήσουμε για λίγο τα παιδιά και ας πάμε σε μια άλλη περίπτωση, ενός ανθρώπου που δεν έχει την πολυτέλεια ελαφρυντικών, όπως το νεαρό της ηλικίας και η άγνοια, για όσα λέει. Γι’ αυτό και το μήνυμα που εξέπεμψε ήταν απαράδεκτο. Πρόκειται για τον κ. Λαζόπουλο. Ακούστε τα σχόλιά του στον Alpha. Ξεκινάει (σε αυτό το απόσπασμα) λέγοντας «αυτό που πετάς είναι λίγο». Εννοεί τις πέτρες, τα μπουκάλια, τις μολότοφ; Δεν έχουμε όλη τη συνέντευξη, για να αποφανθούμε. Καταλήγει προτρέποντας «να μην ηρεμήσουν» (τα παιδιά). Στην προσπάθεια που κάνει ο δημοσιογράφος να διευκρινίσει αν ο κ. Λαζόπουλος εννοεί «να μην ηρεμήσουν, ακόμα και αν αυτό θα φέρει περισσότερη βία», ο καλλιτέχνης αποφεύγει να δώσει σαφή απάντηση, αλλά νομίζω ότι είναι προφανές αυτό που εννοεί. Όπως ο ίδιος έχει πει πολλές φορές (και έχει απόλυτο δίκιο), δες το βλέμμα του άλλου, το ύφος του, το πνεύμα που αντικατοπτρίζεται στην όψη του και στη φωνή του και δεν χρειάζεται να σου πει λόγια, τον έχεις ακτινογραφήσει. (Το πιο πιθανό είναι να μην το έχει πει με αυτές τις λέξεις, αλλά αυτό είναι, νομίζω, το νόημα.). Αν, παρ’ όλα αυτά, τον έχω κρίνει εσφαλμένα, τότε προφανώς δεν τον αφορούν τα όσα ακολουθούν. Δηλαδή τα εξής ερωτηματικά:

1. Αν οι διαδηλωτές έκαιγαν το θέατρο στο οποίο παίζει ο δημοφιλής ηθοποιός, θα εξακολουθούσε να τους παραγγέλνει να μην ηρεμήσουν; Συνήθως οι άνθρωποι του θεάτρου (φαντάζομαι και ο κ. Λαζόπουλος), όταν κλείνει ένα θέατρο, εξεγείρονται, γιατί πλήττεται ο πολιτισμός και γιατί τόσοι άνθρωποι μένουν χωρίς δουλειά. Δεν πλήττεται ο πολιτισμός, όταν καταστρέφονται και λαφυραγωγούνται πανεπιστημιακές σχολές; Δεν μένουν χωρίς δουλειά άνθρωποι, όταν καίγονται επιχειρήσεις;

2. Αν ο κ. Λαζόπουλος είναι τόσο large τύπος και πιστεύει ότι η καταστροφή δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας είναι η λύση του προβλήματος, γιατί δε δίνει το καλό παράδειγμα; Ας αράξει το αυτοκίνητό του μπροστά στο Πολυτεχνείο και ας το κάνει ευγενική χορηγία στους συντρόφους κουκουλοφόρους, για να αποδώσουν κοινωνική δικαιοσύνη πυρπολώντας το με μολότοφ. Ή ας διοργανώσει ένα «εκρηκτικό» πάρτι στο σπίτι του, όπου οι εξεγερμένες δημοκρατικές δυνάμεις θα έχουν την ευκαιρία να «μην ηρεμήσουν» καθόλου, γκρεμίζοντας, καίγοντας και πλιατσικολογώντας την οικία του.

3. Ο κ. Λαζόπουλος χρησιμοποιεί επανειλημμένα φράσεις όπως «εν ψυχρώ εκτέλεση» ή «σηκώνει το όπλο και το εκτελεί» (ο ειδικός φρουρός το παιδί). Από πού αντλεί ο κ. Λαζόπουλος τη βεβαιότητα για την ταυτότητα του γεγονότος (αν ήταν ατύχημα, εν θερμώ φόνος ή εν ψυχρώ εκτέλεση); Ήταν αυτόπτης μάρτυς; Μιλάει με τον Θεό; Έχει άλλες αναμφισβήτητες, αντικειμενικές και αδιάβλητες πηγές; Επίσης, μέτρησα, στο παραπάνω βίντεο, διάρκειας 10 λεπτών, 13 φορές τη φράση «15 χρονών παιδί». Αρθρωμένη με τον κατάλληλο τόνο της φωνής και το κατάλληλο ύφος, αυτή η φράση αποτελεί ισχυρό υπομόχλιο για την πρόκληση του λαϊκού αισθήματος. Αυτή είναι η πρόθεση του κ. Λαζόπουλου; Και αν ναι, ποιες σκοπιμότητες υπηρετεί; Ή, αντίθετα, αυτή η εκφραστική είναι απλά αποτέλεσμα μιας αναβράζουσας αγανάκτησης που πνίγει τον καλλιτέχνη; Πιθανό κι αυτό.

Ασχολούμαι με την περίπτωση Λαζόπουλου, γιατί ήταν ίσως η πιο χαρακτηριστική μιας προσέγγισης άνισης, αν όχι ύποπτης. Δεν ασχολούμαι με την άλλη πλευρά, με τον κ. Κούγια ας πούμε, γιατί εκείνος είναι εξ επαγγέλματος ταγμένος υπερασπιστής του συμφέροντος του πελάτη του. Τι να αναρωτηθούμε, γιατί τον υπερασπίζει; Μα γιατί έτσι βγάζει το ψωμί του.

Μερικές τελευταίες σκέψεις:

1. Τραγικός και άδικος, είπαμε, ο θάνατος του νεαρού Αλέξη. Τραγικός και άδικος ο θάνατος κάθε νέου, όποιο κι αν είναι το όνομά του. Τραγικός και άδικος ο θάνατος ενός νέου σε κάποιο νοσοκομείο, εξαιτίας της εγκληματικής αμέλειας του γιατρού του. Συμβαίνει συχνά. Γιατί δεν εξεγείρεται κανείς; Γιατί δεν βλέπουμε διαμαρτυρόμενα πλήθη έξω από τα νοσοκομεία; Τραγικός ο θάνατος κάθε νέου στρατιώτη ως αποτέλεσμα της ηλιθιότητας και της ανικανότητας του διοικητή του. Συνέβη αρκετές φορές. Πού ήταν οι δημοκρατικές δυνάμεις; Γιατί δεν μπούκαραν στα στρατόπεδα να τα κάνουν στάχτη και μπούλβερη; Γιατί δεν ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος; Τραγικός ο θάνατος κάθε νέου στην άσφαλτο (εκατοντάδες κάθε χρόνο) με αιτία την τριτοκοσμική κακοτεχνία των δρόμων, την εγκληματική ανευθυνότητα των οδηγών, την αδιανόητη φαυλότητα του συστήματος, που αντί να εξετάζει με αυστηρότητα και αμεροληψία τους υποψήφιους οδηγούς, πουλάει διπλώματα οδήγησης ακόμα και στους πιο άσχετους κρετίνους. Πού βόσκουν τα μεγάλα μυαλά της κοινωνικής επανάστασης; Γιατί το Υπουργείο Συγκοινωνιών και το ΥΠΕΧΩΔΕ είναι ακόμα όρθια; Γιατί κανένας εργολάβος οδοποιίας δεν έχει σταυρωθεί με μπετονόκαρφα, μαζί με όλους τους δημόσιους λειτουργούς που «τα άρπαξαν», για να κάνουν τα στραβά μάτια στην κατάφωρη παραβίαση των σωστών κατασκευαστικών προδιαγραφών;

2. Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο από όσους φέρουν όπλο. Η δημοκρατία κινδυνεύει από τη βλακεία, από την αδιαφορία, από την ατομοκρατία, από τον μηδενισμό, από την απώλεια κοινωνικής και ιστορικής συνείδησης, από την απώλεια της ανθρωπιάς. Δεν βλέπω λογικό το αίτημα να μην οπλοφορεί η αστυνομία (ακούστηκε κι αυτό). Ποιο είναι το επόμενο βήμα; Να μην οπλοφορεί ο στρατός; Αν σου επιτεθούν με σκοπό να σε ληστέψουν, να σε βιάσουν, να σε σφάξουν, με τι μέσο θα μπορέσει να σε σώσει ο εκπρόσωπος του νόμου; Με την πειθώ; Με φωτόσπαθα; Το αίτημα που πρέπει να τεθεί είναι η καλύτερη εκπαίδευση των αστυνομικών. Η πληρέστερη στελέχωση της υπηρεσίας. Η ορθή εκμετάλλευση του δυναμικού της: να πάψουν να κατασπαταλώνται οι αστυνομικές δυνάμεις σε ψηφοθηρικά πάρεργα, όπως η φύλαξη των γηπέδων, το ντάντεμα των φιλάθλων ή η προστασία των επαγγελματιών κομματικών μαφιόζων (όπως εύστοχα ονόμασε τους πολιτικούς-δυνάστες του τόπου ο Χρήστος Γιανναράς).

3. Τι ακριβώς σημαίνει, γατί συμβαίνει και πού αποσκοπεί αυτή η γλοιώδης μυθοποίηση, αν όχι θεοποίηση, των μαθητών και των φοιτητών; Αυτό το γλείψιμο, για να είμαι πιο σαφής. Με ποια βάση αποδίδεται σε αυτά τα παιδιά η ιδιότητα μιας συντεταγμένης κοινωνικής δύναμης ικανής να επιφέρει επιθυμητές αλλαγές; Ας λογικευτούμε. Ποιο είναι το προφίλ του μέσου μαθητή; (Δε μιλάμε για τις λαμπρές εξαιρέσεις, μιλάμε για τη μεγάλη μάζα.) Αν δεν έχω παρερμηνεύσει ασυγχώρητα τις παραστάσεις που προσλαμβάνω, το προφίλ του μέσου μαθητή, ενός ας πούμε 15-16 χρονών, είναι το εξής: ένας τυπάκος που μιλάει με 200 λέξεις. Που νομίζει ότι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είναι δεξί μπακ του Πανσερραϊκού. Που το πιο ιερό του όνειρο είναι μια θέση στο Δημόσιο. Που είναι αποστερημένος από θεμελιώδεις φυσικές συγκινήσεις, όπως η χαρά του παιχνιδιού, η λειτουργία της οικογένειας, η ανακάλυψη (σε αντιδιαστολή με τη συνταγογραφημένη κατάποση και την προγραμματισμένη αφόδευση) της γνώσης. Που έχει αποδεχτεί τις δυσοίωνες για το μέλλον του προβλέψεις, τις διασαλπιζόμενες από κείνους ακριβώς που το υπονόμευσαν. Που δεν θα αντάλλαζε ποτέ το κινητό του με ένα ίσης αξίας πακέτο βιβλίων. Που ξημεροβραδιάζεται στα προπύργια του καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης (διεθνείς αλυσίδες καφέ και ταχυφαγάδικων), τα οποία, όποτε του καπνίσει, τα δαιμονοποιεί και τα σπάει. Που είναι σωματικά και πνευματικά πλαδαρός. Που δεν έχει γνήσια περιέργεια, διαρκή προβληματισμό, ορμή να «κατακτήσει τον κόσμο». Δεν φταίει αυτός. Έτσι τον μεγάλωσαν και τον εκπαίδευσαν. Αλλά η δική μας οπτική γωνία, των «μεγάλων», απαιτεί να μην παραμυθιαζόμαστε. Να μην ηρωοποιούμε το μαθητή. Να μην περιμένουμε από αυτόν λύσεις που δεν μπορεί να δώσει. Και αν, τελικά, είναι τόσο αγνή, τόσο μάχιμη και τόσο ελπιδοφόρα αυτή η νεολαία, αυτό θα αποδειχτεί σε 10-15 χρόνια, όταν αυτή η γενιά θα είναι ο μπροστάρης, η ατμομηχανή της παραγωγής, το φρέσκο κύμα ψηφοφόρων, η αποχρώσα δύναμη του κοινωνικού σώματος. Με τόση ανατρεπτική δύναμη που της έχουμε προσδώσει, θα πρέπει να περιμένουμε ένα τσουνάμι κοινωνικών αλλαγών. Μακάρι. Μα πολύ φοβάμαι ότι άλλοι είναι οι δρόμοι, αφανείς και δύσβατοι, που οδηγούν σε τέτοιες αλλαγές. Θα δεχτούν οι νεολαίοι να τους βαδίσουν; Θα δεχτούν να πληρώσουν το κόστος; Τους ενδιαφέρει καν; Ή, μόλις βολευτούν σε μια θεσούλα, θα ξεχάσουν πάραυτα τα ρίγη της επαναστατικής δυναμικής;

Από τον τύπο σταχυολόγησα μερικές ψύχραιμες και χρήσιμες προσεγγίσεις των φαινομένων της βίας που παρατηρήσαμε την περασμένη εβδομάδα. Αξίζει να διαβαστούν:

Η κουλτούρα της καταστροφής

Τεχνητά αδιέξοδα (βλ. ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ, του Μάκη Βοϊτσίδη)

Η ύστατη ξεφτίλα (βλ. ΚΑΝΑΒΑΤΣΟ, του Πάνου Θεοδωρίδη)


Ρομπέν


2 σχόλια:

tassos είπε...

Περνάς λίγο στο ντούκου τα πρώτα δύο σκέλη. Οι αποχρώσες ενδείξεις λένε ότι δεν υπήρχε λόγος οπλοχρησίας. Επίσης, η καταχρηστική βία από τις ελληνικές δυνάμεις καταστολής δε φαίνεται να είναι και σπάνιο φαινόμενο ("ζαρντινιέρα", αλλοδαποί, κλπ.) Τέλος, φαίνεται ότι υπάρχει βάσιμη αμφισβήτηση ως προς την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης (και δε χρειάζεται να πάμε μέχρι την αθώωση του Μελίστα.)

Όπως υπαινίσσομαι εδώ όταν δεν έχεις εμπιστοσύνη στους θεσμούς (και δικαιολογημένα) δεν είναι εύκολο να απορρίψεις τη βία ως μια μέθοδο αντίδρασης.

Όσο για τους σημερινούς μαθητές, όντως, οψόμεθα εις Φιλίππους. Ελπίζω να κάνουν κάτι παραπάνω από εμάς που ήμασταν 15 όταν σκοτώθηκε ο Καλτεζάς.

Μιχάλης είπε...

Εσένα Ρομπέν παιδί μου έχω αρχίσει να σε συμπαθώ. Μου μοιάζεις. Είσαι ένας δεινόσαυρος που ψάχνει να βρει δικαιοσύνη πέρα από τα κόμματα και τα πρόσκαιρα συμφέροντα.

Φίλε tassos, επειδή εγώ ήμουνα εικοσάρης τότε, θυμάμαι πολύ καλά ότι ο «καημένος ο Καλτεζάς», ο «πεντάμορφος» κλπ, κλπ όπως τον έλεγαν οι τότε φυλλάδες, ετοιμαζόταν να πετάξει μία βόμβα μολότωφ μέσα στην κλούβα ενώ βρίσκονταν μέσα τρεις αστυνομικοί. Για αυτό τον πυροβόλησε ο «δολοφόνος». Αν δεν προλάβαινε, τότε θα υπήρχαν τρεις άνθρωποι καμένοι ζωντανοί από τον «καημένο τον Καλτεζά» που είχε βγει και αυτός να κάνει αντίσταση με την νέα (τότε) μόδα των μολότωφ. Ήταν καθαρή αυτο-άμυνα.
Αν θες να κάνεις κάτι και να «χτυπήσεις» το κατεστημένο άσε τους υπολογιστές σου και τα αυτοκίνητά σου και βγες στον δρόμο να διαμαρτυρηθείς. Αλλά στην «δημοκρατική» Αμερική που ζεις θα σου κόψουν τον κ@λο μέχρι να πεις κίμινο. Σε μάρανε ο Καλτεζάς. Τόσοι που πεθαίνουν για να ζεις στην «υπερδύναμη» σαν πασάς δεν σε πείραξαν καθόλου;