Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

Ζητείται πατρίς

Αφορμή για το σημερινό μου άρθρο στάθηκε η δικτυακή μου επίσκεψή στο ημερολόγιο μιας ξένης. Όπως η ίδια περιγράφει τον εαυτό της, «η Ξένη γεννήθηκε στην πόλη του Αλί Πασά του Τεπελενλή από Έλληνες ομογενείς γονείς. Ζει στην Αθήνα και, όταν είναι προβληματισμένη, γράφει στο ημερολόγιό της». Με ευαισθησία και άλλοτε με οργή, αλλά πάντα με ζωντανή γραφή, παραθέτει περιστατικά από τη ζωή της στην Ελλάδα, όπου δεν έχει πάψει να νιώθει ξένη.

Η ξένη με έβαλε σε σκέψεις. Και τώρα εσείς θα υποστείτε το αποτέλεσμα.

Η ξένη έχει δίκιο να νιώθει πικρία και οργή. Οι παππούδες της ήταν Έλληνες. Ο γονείς της το ίδιο. Άρα κι εκείνη. Μαζί με χιλιάδες άλλους Έλληνες ξέμειναν στη Βόρεια Ήπειρο με το όνειρο να επιστρέψουν κάποτε στην πατρίδα. Και, όταν επέστρεψαν, καμία ανοιχτή αγκαλιά δεν βρήκαν. Μόνο δυσπιστία και ταλαιπωρία. Η ξένη έχει δίκιο.

Αλλά δεν είναι η μόνη που έχει δίκιο. Υπάρχουν πολλοί άλλοι. Τα πρώτα μεταναστευτικά κύματα εξ Αλβανίας δεν ήταν απόσταγμα πολιτισμού, ήθους και καλλιέργειας. Ήταν πολλά τα παρατράγουδα που έφεραν μαζί τους. Πολλά τα εγκλήματα. Πολλά τα καλάζνικοφ. Ένας φίλος μού είχε διηγηθεί εκείνα τα χρόνια ότι στο διπλανό από το δικό του χωριό, κάπου στην Ημαθία, μπήκαν σε ένα σπίτι τρεις Αλβανοί, έδεσαν το αντρόγυνο, σήκωσαν ό,τι είχε αξία, έφαγαν, ήπιαν και μετά δεν έφυγαν. Βίασαν τη γυναίκα και έκοψαν με το τσεκούρι το χέρι του άντρα. Μπορεί όλα αυτά να είναι μύθοι για λαϊκή κατανάλωση. Μπορεί τα πάντα να είναι μύθοι για λαϊκή κατανάλωση. Μπορεί το ότι πατήσαμε στη Σελήνη να είναι μύθος για λαϊκή κατανάλωση. Θα μου πεις, πριν έρθουν οι Αλβανοί στην Ελλάδα, δεν υπήρχε εγκληματικότητα; Σωστό. Αλλά ήταν ανάγκη να φορτωθούμε και την εισαγόμενη; Το ζευγάρι που κακοποιήθηκε έχει κι αυτό δίκιο να νιώθει οργή και μίσος. Είναι φυσικό η κρίση τους να θολώνει. Στη θολωμένη κρίση των αθεράπευτα πληγωμένων, ομογενείς Έλληνες και αυτόχθονες Αλβανοί γίνονται ένα πράγμα, καλοί και κακοί (είτε ομογενείς είτε Αλβανοί, Ρώσοι, Ινδοί, Πακιστανοί) ένα πράγμα, με ένα όνομα: ξένοι. Ακριβώς έτσι δουλεύει και στην άλλη μεριά: για την ξένη, και για κάθε ξένη, οι Έλληνες γηγενείς, που για κείνη είναι ξένοι (αφού αισθάνεται, αν έχω καταλάβει καλά, ότι ποτέ δεν τη δέχτηκαν), συνιστούν την πηγή των δεινών της.

Έχουμε, λοιπόν, δύο αντίθετες οπτικές γωνίες. Από τη μία οι έντιμοι ομογενείς που επαναπατρίζονται και οι εδώ αρχές τους αντιμετωπίζουν σαν να είναι γενετικά προκαθορισμένοι παραβάτες. Από την άλλη οι φιλήσυχοι γηγενείς, που βλέπουν ορδές βαρβάρων και στρατιές μαφιόζων (δεν αναφέρομαι στους έντιμους ομογενείς ούτε στους έντιμους αλλογενείς) να μπουκάρουν ανεξέλεγκτα από όλο το μήκος των συνόρων και να ληστεύουν, βιάζουν, σφάζουν τους Ελλαδίτες μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Ποιος έχει το δίκιο; Ποιος έχει το φταίξιμο;

Είπαμε, όλοι έχουν από ένα δίκιο. Εκτός από κείνους που είναι στην εξουσία: έχουν τόσο σφετεριστεί τα πάντα, ώστε έχουν απολέσει δια παντός το δικαίωμα να επικαλούνται οποιαδήποτε έννοια δικαίου. Τυγχάνουν φυσικοί ή ηθικοί αυτουργοί κάθε αδίκου. Σ’ αυτούς μπορεί να εντοπιστεί μια πρώτη ευθύνη. Αν είχαν μεριμνήσει, ώστε από την αρχή να υπήρχε σωστός έλεγχος και να εισέρχονταν στη χώρα ελεγχόμενοι αριθμοί μεταναστών, κάτοχοι πράσινης κάρτας και όλων των νόμιμων εγγράφων, σαφώς θα είχαν αποφευχθεί πολλά έκτροπα και η φήμη των μεταναστών και των επαναπατρισθέντων δε θα είχε δεχτεί τόσα πλήγματα. Λογικά, τότε, οι γηγενείς δεν θα τους αντιμετώπιζαν με τόση καχυποψία. Και η ξένη δε θα ένιωθε τόσο ξένη.

Μα, έτσι ή αλλιώς, το ζήτημα δεν είναι, στη βάση του, φυλετικό, με την κυριολεκτική έννοια του όρου. Ο άρπαγας Αλβανός που εγκληματεί και ο ηλίθιος Έλληνας αστυνομικός που είτε δεν μπορεί με μια ματιά, με δυο κουβέντες, να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα σε έναν νομοταγή, καλλιεργημένο άνθρωπο (ό,τι χρώμα και αν έχει η ταυτότητά του) και σε έναν τύπο του υπόκοσμου ή μπορεί μεν να τη διακρίνει, αλλά εξακολουθεί να παίζει παιγνίδια εξουσίας, απλά και μόνο γιατί είναι ψυχικά άρρωστος, ανήκουν στην ίδια «φυλή», στην ίδια πατρίδα. Πρόκειται για τη φυλή των ηλιθίων και των παθολογικά εγωκεντρικών. Πατρίδα τους είναι η σαπίλα, το σκοτάδι, η αμαρτία (όπως ορίστηκε στο άρθρο της περασμένης Κυριακής), ο άθλιος τρόπος, ο στείρος χρόνος. Εδώ εντοπίζεται η ουσία του προβλήματος, σε γενικές γραμμές, και όχι στο χρώμα της ταυτότητας – εκείνο είναι μόνο η αφορμή.

Εκεί που το γενικό συναντάει το ειδικό γεννιέται συχνά ένα ανθρώπινο δράμα. Υπάρχουν σίγουρα ομογενείς που δεν προβληματίζονται σε τέτοιο βαθμό όπως η ξένη. Τους αρκεί που ζουν στη χώρα του ήλιου και μπορούν, όπως όλοι οι Έλληνες, να απολαύσουν τη φραπεδιά στην καφετέρια μπροστά σε μια γιγαντοοθόνη που δείχνει τσάμπιονς λιγκ. Αλλά τυχαίνει μέσα στον κήπο να φυτρώνουν και περίεργα φρούτα. Ειδικές περιπτώσεις. Άνθρωποι σαν την ξένη, ζωντανοί, σκεπτόμενοι. Αυτοί είναι καταδικασμένοι να υποφέρουν. Μα, αφενός, πάντα κάτι καλό μπορεί να βγει από αυτό (από τον πόνο) και, αφετέρου, (για άλλη μια φορά) δεν είναι οι μόνοι που υποφέρουν.

Στο σημείο που το γενικό συναντάει το ειδικό είναι ένας άνθρωπος που πληρώνει τη συνάντηση. Συνήθως, όποιος πληρώνει εστιάζει την προσοχή του στο τίμημα, στην αδικία και στην αναζήτηση της αιτίας, δηλαδή σε κείνα που αφορούν την περίπτωσή του. Δηλαδή στο ειδικό. Μα το γενικό είναι πάντα εκεί, αμετακίνητο, αμείλικτο για τον τολμητία που θα το πολεμήσει, παρήγορο για τον πιο φρόνιμο που θα αρκεστεί να το κατανοήσει.

Το γενικό λέει ότι όλοι υποφέρουμε. Μοίρα αναπόδραστη είναι. Και δεν υποφέρουμε γενικώς και αορίστως, υποφέρουμε συγκεκριμένως από τη δικτατορία της βλακείας και της ατομοκρατίας. Βήμα δεν μπορείς να κάνεις πια χωρίς να γίνεις μάρτυρας κάποιας οδυνηρής καταστρατήγησης του δικαίου, της λογικής, της αισθητικής. Οι σφαίρες έρχονται κατά ριπάς από κάθε κατεύθυνση, από κάθε σημείο, κάθε βαθμίδα, κάθε δομικό στοιχείο του κοινωνικού ιστού. Δεν είναι δυνατόν πλέον να εντοπιστεί μία πηγή του κακού, είμαστε αντιμέτωποι με ένα συνεχές της παρακμής, με μια θανάσιμη ακτινοβολία υποβάθρου.

Αν θέλουμε να ορίσουμε την έννοια της πατρίδας με όρους ρωμαλέους κι αλεξίσφαιρους, τότε πατρίδα του ανθρώπου δεν είναι τόσο ο τόπος στον οποίο κατοικεί, αλλά ο τρόπος που κατοικεί στο πνεύμα του. Αυτός ο ορισμός είναι μια ωραία ελευθερία, γιατί καθείς κάνει κουμάντο στο πνεύμα του και το ζεύει σε όποιο άρμα γουστάρει. Ιδρύεται πατρίδα, όταν ο όμοιος βρει τον όμοιο (ο ομότροπος τω πνεύματι τον ομότροπο), τον αναγνωρίσει και τον αγαπήσει. Δεν σημαίνει πως τότε αυτόματα συμβαίνει κατασίγαση του πυρός. Κάθε άλλο. Τότε είναι που γίνεσαι στόχος. Αλλά τουλάχιστον δεν είσαι μόνος κι ανοχύρωτος. Πράγμα σημαντικό για τη διατήρηση της ψυχικής σου υγείας.

Ρομπέν

Δεν υπάρχουν σχόλια: