Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

Το αίνιγμα του κουνουπιού


Πολλές καλοκαιρινές νύχτες αγρύπνιας έχω αναρωτηθεί γιατί υπάρχουν τα κουνούπια, πέρα από το για να με κρατάνε άγρυπνο.

Δε φτάνει η κούραση της ημέρας και μιας ζωής. Δε φτάνουν οι ατέλειωτες καθημερινές αντιξοότητες. Δε φτάνει η παγκόσμια υπερθέρμανση. Δε φτάνει η οικονομική κρίση. Δε φτάνει η φθορά. Δε φτάνει η απώλεια. Δε φτάνει ο θάνατος.

Πρέπει να υπάρχουν και τα κουνούπια. Για να ταλαιπωρείσαι και τη νύχτα. Να μην μπορείς ούτε λεπτό να ξαποστάσεις. Ούτε στάλα. Κανένα έλεος. Και την επόμενη μέρα το σύστημα δεν πρόκειται να απαιτήσει λιγότερα από σένα, επειδή θα σε συμπονέσει που έχεις ξαγρυπνήσει. Κανένα έλεος.

Ίσως να μοιάζει παιδαριώδες ζήτημα το μαρτύριο των κουνουπιών. Τώρα που το διαβάζεις, ίσως. Όταν κατάκοπος θα το ξαγρυπνάς, μάλλον όχι. Ούτως ή άλλως, το μαρτύριο των κουνουπιών είναι απλά το κερασάκι στην τούρτα, μία ελάσσων πλην ενδεικτική έκφανση ενός γενικότερου μοτίβου που χαρακτηρίζει τον βίο: του Ανελέητου Σφυροκοπήματος.

Το Ανελέητο Σφυροκόπημα ως μοτίβο του βίου το συνάντησα με έκπληξη και ενδιαφέρον σε κάποιες ταινίες του Μελ Γκίμπσον. Σε υπέρτατο βαθμό στο “Apocalypto”, σε μεγάλο βαθμό στο “The Passion of the Christ” και σε κάπως μικρότερο στο “Braveheart”.

Πάντα αναρωτιόμουν: γιατί; Αυτό το γιατί δεν σπινάριζε μετέωρο στον αέρα, σαν νηπιακή απορία, αλλά περιστρεφόταν συμπλεκόμενο σε σχέση μετάδοσης με τον μεταφυσικό άξονα. Τουτέστιν, μεθερμηνευόμενο, αυτό το γιατί τάραζε με βίαιες ροπές τη γαλήνη της εμπιστοσύνης μου στην πρόνοια του Θεού. Ένας πανάγαθος Πατέρας που μεριμνά για το παιδί του δεν αναμένεται να κάνει το παν για να μην το παιδί βασανίζεται; Κι αν όχι το παν, τουλάχιστον μια γενοκτονία κουνουπιών δεν προβλέπεται;

Διαβάζω αυτές τις μέρες το «Αίνιγμα του Κακού» του Χρήστου Γιανναρά. Για πρώτη φορά ίσως να πλησιάζω σε μια απάντηση στο αίνιγμα του κουνουπιού.

Γράφει ο Γιανναράς:

«Επομένως, στην περίπτωση του ανθρώπου, που δεν είναι ο ίδιος αιτία της ύπαρξής του, η δυνατότητα να υπάρξει με τον τρόπο της Αυτοαιτίας (εννοεί του τριαδικού Θεού), τρόπο της υπαρκτικής ελευθερίας, τρόπο του αγαθού, προϋποθέτει τους προκαθορισμούς-αναγκαιότητες της φύσης του, προϋποθέτει δηλαδή το κακό, αφού η υπέρβαση των προκαθορισμών-αναγκαιοτήτων συνιστά την ενδεχόμενη ελευθερία του.»

Και αλλού:

«Είναι τρόπος της ύπαρξης το κακό, ο τρόπος συνολικά της κτιστότητας…»

Το κακό είναι ο τρόπος της κτιστότητας. Το μένος μιας φυσικής καταστροφής δεν κάνει διακρίσεις, ενσκήπτει επί δικαίων και αδίκων. Κανένα έλεος. Κάθε έμβιο στη φύση ενεργεί ιδιοτελώς – το δυνατό ζώο κατασπαράζει το αδύναμο, για να τραφεί. Κανένα έλεος. Το μοναδικό επί Γης έλλογο είδος, ο άνθρωπος εξολοθρεύει συστηματικά κάθε άλλο είδος, το ίδιο του το είδος και ολόκληρο το οικοσύστημα που φιλοξενεί τα είδη. Κανένα έλεος. Μα και το ελάχιστο κουνούπι ρουφάει το αίμα του βασιλιά των ειδών, για να τραφεί κι αυτό ιδιοτελώς, αδιάφορο για το κόστος της αγρύπνιας που προκαλεί, αδιάφορο για κάθε έννοια ιεραρχίας, δικαίου φυσικού ή μεταφυσικού. Κανένα έλεος.

Αλλά, αν το κακό, η τέλεια ιδιοτέλεια, είναι προϋπόθεση της ελευθερίας του ανθρώπου, τότε ίσως, ίσως λέω, το Ανελέητο Σφυροκόπημα να αποτελεί ευλογία: εμφαίνοντας με κρυστάλλινη διαύγεια την ιδιοτέλεια, το κακό, τον τρόπο του κτιστού, δεν αφήνει περιθώρια να συμπαθήσουμε αυτόν τον τρόπο, να ξεγελαστούμε, να επαναπαυτούμε σ’ αυτόν. Μας δείχνει σαφώς τον δρόμο προς τη μία και μοναδική διέξοδο: τον τρόπο του Ακτίστου, τον τρόπο του αγαθού, τον τρόπο της ελευθερίας.

Ρομπέν

3 σχόλια:

Finn είπε...

Γιατί υπάρχει κακό; Είναι τόσο απλό το ερώτημα και καθημερινό. Μοιάζει παράδοξο το ότι είμαστε τόσο συμφιλιωμένοι με την ιδέα και την πρακτική του στην καθημερινότητα, στην ιστορική διαδρομή. Αλλά μένουμε συνήθως εγκλωβισμένοι στις άφθονες συναρτησιακές σχέσεις που μπορούμε εύκολα να παρατηρήσουμε σχετικά με αυτό. Δεν μπορούμε να βρούμε τις αιτιώδεις σχέσεις;
Αυτό θα σήμαινε μια ερμηνεία επί της ζωής.

Αν ορίσουμε το κακό ως -χονδροειδώς διατυπωμένα- την προϋπόθεση του καλού, εφόσον η υπέρβαση του ορίου αυτού συνιστά αποδέσμευση και ελευθερία,μ ου φαίνεται (αν και δεν έχω διαβάσει ακόμη το βιβλίο) ότι αυτοπροσδιοριζόμαστε μέσω των αντιθέτων, ορίζουμε τη ζωή ως αντίθετο του θανάτου, αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας όχι ως σύνθεση αλλά με βάση τη συγκριτική διαφοροποίηση, τη σχετική ετερότητα ως προς τον άλλο.

Θέλω να πω ότι διαφαίνονται δύο δρόμοι: ο ένας είναι ο συνθετικός, ο απαγωγικός, ο αποδομητικός, θα έλεγα, αυτός που αναλύει για να συνθέσει. Αυτός ο δρόμος είναι πάντοτε δύσκολος και κάποτε αδύνατος.
Ο άλλος είναι ο επαγωγικός, ο αντίστροφος, ο "μιμητικός". Λόγου χάρη, αρκεί να πω τι δεν είμαι για να βρω τι είμαι, μπορώ να επιλέξω τον τρόπο ζωής μου ώστε να αποφύγω αυτά που με βεβαιότητα δεν επιθυμώ, μπορώ να μην κάνω αυτά που δεν θέλω να υφίσταμαι.

θέλω πολύ να διαβάσω το βιβλίο, έστω κι αν είναι μόνο για να δω ποιες διακρίσεις προτείνονται. Θα τα ξαναπούμε ίσως τότε.

Ρομπέν είπε...

Η κεντρική ιδέα είναι αρκετά απλή και δύσκολα επιδέχεται αντίρρηση: Αν δεν δινόταν στον άνθρωπο η δυνατότητα να επιλέξει το κακό, μπορεί μεν να μην έπεφτε ποτέ, να ήταν πάντα αγαθός, αλλά θα ήταν αγαθός γιατί δεν θα είχε άλλη δυνατότητα, δηλαδή αναγκαστικά, δηλαδή ανελεύθερα.

Εκείνο που όχι τόσο εύκολα απαντιέται είναι: Και γιατί, ρε φίλε, σώνει και καλά να είμαστε ελεύθεροι; Γιατί τέτοια ψώρα με την ελευθερία; Τι το τόσο σημαντικό στην ελευθερία, ώστε άξιζε να θυσιάσουμε τον "παράδεισο";

Έλα ντε.

Πιθανή απάντηση: Με την ελευθερία (το λέει κι αυτό ο Γιανναράς) πετυχαίνουμε το καθ' ομοίωση, μια που ο Θεός είναι ελεύθερος.

Αλλά και πάλι η αντίρρηση έρχεται άμεσα: Να το βράσω το καθ' ομοίωση, ας έμενα άφθαρτος στον παράδεισο κι ας ήμουν "ανόμοιος". Σκασίλα μου.

Δεν ξέρω τι να σε πω.

dudivie είπε...

ο τhios omos kanei diakreiseis, eheis proseksei?

ego to mono poy katalava einai oti anatarahes einai i nostimia stin tourta tou theou